Φανταστείτε να σηκωθείτε κάποιο πρωί και καθώς αρχίζετε να μιλάτε, ο κόσμος να μοιάζει ότι έχει γυρίσει ανάποδα! Οι άνθρωποι να μην μπορούν να καταλάβουν τι λέτε. Να προσπαθείτε να πείτε μια λέξη και να σας βγαίνει μια άλλη.

Ίσως και να μην μπορείτε να μιλήσετε καθόλου, όσο πολύ κι αν προσπαθείτε!

Όταν κάποιος σας μιλά να μην καταλαβαίνετε τίποτα!

Ο άνδρας ή η γυναίκα με την κατάσταση αυτή που ονομάζεται 'αφασία', μπορεί να ξεκινήσει ακριβώς έτσι, όπως περιγράφουμε παραπάνω. Ξαφνικά δηλαδή σ’ ένα κόσμο 'διαστρεβλωμένης επικοινωνίας'.

Εάν κάποιος στην οικογένειά σας έχει αφασία θα ανακαλύψετε ότι όσο περισσότερα γνωρίζετε για τις δυσκολίες του, τόσο καλύτερα θα μπορείτε να τον βοηθήσετε.

Αφασία είναι ο τεχνικός όρος που δίνεται για να περιγράψει μια 'κακή' κατάσταση της αντίληψης και της εκφοράς του λόγου και η οποία προκύπτει μετά από τραύμα στον εγκέφαλο. Τις περισσότερες φορές είναι αποτέλεσμα εγκεφαλικού επεισοδίου, αν και όχι όλοι οι άνθρωποι που παθαίνουν εγκεφαλικό γίνονται και αφασικοί επίσης.

Αφασία ωστόσο μπορεί να προκύψει και από άλλες συνθήκες όπου εγκεφαλική βλάβη είναι παρούσα.

Το πρώτο βήμα για την κατανόηση κάποιου αφασικού ασθενούς είναι να αναγνωρίσει το περιβάλλον του ότι πρέπει να αντιμετωπιστεί όχι σαν κάποιος με ένα πρόβλημα, αλλά με πολλαπλά.

Οι αφασικοί ασθενείς οι οποίοι στην πορεία αποκαθίστανται λένε ότι από τις πιο αγχογόνες καταστάσεις που είχαν να αντιμετωπίσουν ήταν η δυσκολία των γύρω τους, να αντιληφθούν την τρομερή κατάσταση αναπηρίας στην οποία ζούσαν.

Η δυσκολία στο λόγο παρουσιάζει μια σειρά από φόρμες διαφορετικές, μια και ο λόγος καθαυτός έχει διαφορετικές φόρμες παρουσίασης, συχνά ανά άνθρωπο.

Ο κάθε αφασικός ασθενής είναι διαφορετικός και γι’ αυτό πρέπει να αντιμετωπίζεται ως περίπτωση ατομική με ένα σύνολο δικών του προβλημάτων. Ωστόσο, υπάρχει και μια σειρά προβλημάτων κοινών σε όλους τους αφασικούς ασθενείς.

Οι περισσότεροι αφασικοί ασθενείς έχουν δυσκολία στην παραγωγή του λόγου. Αυτός ο τύπος προβλήματος μπορεί να είναι τόσο έντονος ώστε το άτομο να μην παράγει καθόλου λέξεις. Ή μπορεί να έχει δυσκολία να εκφέρει ορισμένες λέξεις ή φράσεις, για παράδειγμα τα ονόματα των αντικειμένων ή κάποιες γραμματικές εκφράσεις.

Ορισμένες φορές ο τύπος της διαταραχής επηρεάζει μόνο την κατανόηση της ομιλίας, αλλά συχνά, τόσο η παραγωγή όσο και η κατανόηση της ομιλίας είναι τραυματισμένες – περιορισμένες.

Συνάμα με τη δυσκολία στην ομιλία μπορεί να υπάρχει δυσκολία στο γράψιμο, στο διάβασμα, στη χρήση αριθμών. Αν και μόνο ένα από τα παραπάνω προβλήματα μπορεί να είναι παρών, ωστόσο, οι περισσότεροι αφασικοί ασθενείς, σε κάποιο βαθμό, μπορεί να έχουν δυσκολία με όλα.

Ο αφασικός πρέπει να αποκαταστήσει το λόγο του όσο περισσότερο γίνεται, στο βαθμό που τον κατείχε πριν την αρρώστια του.

Πιστεύεται ότι ο αφασικός δεν έχει χάσει τη γλώσσα του, αλλά την ικανότητά του να τη θυμάται και να τη χρησιμοποιεί.

Έτσι, αποκατάσταση του λόγου του αφασικού δεν σημαίνει να μάθει τη γλώσσα όπως τη μαθαίνει το παιδί, αλλά να τη θυμηθεί με βάση αυτά που πριν την αφασία του γνώριζε, συχνά ξεκινώντας από το επίπεδο που είχε όταν ήταν παιδί.

Η μνήμη έχει δύο κύριες λειτουργίες: Αποθηκεύει αυτά που μαθαίνουμε και μετά τα ανακαλεί για να τα χρησιμοποιήσουμε. Κατά την αφασία συμβαίνουν αλλαγές και στις δύο αυτές λειτουργίες.

Ο αφασικός μπορεί να χάσει μέρος από αυτά που έχει αποθηκεύσει και μπορεί επίσης να χάσει την ικανότητά του να ανακαλεί ορισμένα τμήματα από την αποθήκη της μνήμης του.

Κατά τα πρώτα στάδια της αρρώστιας του, ο αφασικός μπορεί να μην θυμάται τίποτε. Αυτή η κατάσταση μπορεί προοδευτικά να βελτιώνεται, και έτσι, κάθε μέρα, του είναι πιο εύκολο να θυμηθεί απλά πράγματα της καθημερινότητας του.

Οι παλιές μνήμες έρχονται ευκολότερα παρά τα πιο πρόσφατα γεγονότα. Τελικά, αυτά που πρόσφατα γνώρισε, επιστρέφουν, ωστόσο, αυτό ίσως πάρει, όταν συμβεί, πολύ χρόνο και κόπο.