Η ιατρική, σε όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας της, είχε σκοπό τη θεραπεία της αρρώστιας και την προστασία της υγείας. Η προσφορά της υπήρξε αναμφισβήτητη, αλλά η ακριβής αποτίμηση της αποτελεσματικότητάς της αποτελεί αρκετά αμφιλεγόμενο ζήτημα.

Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η συμβολή της ιατρικής επιστήμης πριν από τον 19ο αιώνα υπήρξε μικρή, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις. Μια τέτοια περίπτωση θεωρείται ο δαμαλισμός, χάρη στον οποίο υπήρξε σημαντική μείωση της θνησιμότητας από ευλογιά, κυρίως τον 17ο και 18ο αιώνα.

Όμως, και στην περίπτωση του δαμαλισμού η ιατρική συμβολή έχει αμφισβητηθεί.

Έχει υποστηριχθεί ότι η μείωση των θανάτων από ευλογιά μπορεί να οφείλεται πρωτίστως στο γεγονός ότι την εποχή εκείνη τα περισσότερα άτομα άνω των 5 ετών είχαν ήδη αποκτήσει φυσική ανοσία, έχοντας εκτεθεί στη λοίμωξη κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους.

Mέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα, εξαιτίας της κυρίαρχης θεωρίας των χυμών, η ιατρική πρακτική χαρακτηριζόταν από παράτολμες και συχνά μοιραίες θεραπευτικές μεθόδους, που περιλάμβαναν αφαιμάξεις, καθαρτικά, μεγάλες δόσεις τοξικών φαρμάκων και τεχνητά προκαλούμενους εμετούς, σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η χυμική ισορροπία του οργανισμού.

Όμως, παρά τα σημαντικά αυτά επιτεύγματα, η συμβολή της ιατρικής στη μείωση των θανάτων πριν από το 1935 ήταν μικρή. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της φυματίωσης, που η θεαματική της μείωση κατά τη δεκαετία του 1930 προηγήθηκε της εισαγωγής των σουλφαμινιδών και της στρεπτομυκίνης.

Αλλά και οι άλλες μικροβιακές λοιμώξεις στον αναπτυγμένο κόσμο, όπως ο κοκίτης, η διφθερίτιδα, η ιλαρά, η χολέρα, κ.ά., παρουσίασαν ανάλογη μείωση της συχνότητάς τους κατά τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, πριν δηλαδή από την εμφάνιση των αντιβιοτικών και την εφαρμογή οργανωμένων προγραμμάτων εμβολιασμού.

Στις ΗΠΑ, το 90% της μείωσης των θανάτων από διφθερίτιδα, κοκίτη και ιλαρά στα παιδιά ηλικίας μέχρι 15 ετών, στην περίοδο 1860-1965, προηγήθηκε της ανακάλυψης των αντιβιοτικών και της διάδοσης των εμβολιασμών. Η μείωση αυτή οφειλόταν κυρίως στη ραγδαία άνοδο του βιοτικού επιπέδου των πληθυσμών στις πλούσιες χώρες της Δύσης και πρωτίστως στη βελτίωση της διατροφής, που ενίσχυσε την άμυνα του ανθρώπινου οργανισμού.

Αντίθετα, η αδυναμία της ιατρικής να αντιμετωπίσει τη μεγάλη επιδημία γρίπης του 1918 είχε ως αποτέλεσμα 20 εκατ. θύματα. Η σημαντική μείωση της ελονοσίας και του τύφου κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επιτεύχθηκε χάρη στο εντομοκτόνο DDT και όχι εξαιτίας κάποιου ιατρικού επιτεύγματος.

Τα αντιβιοτικά βοήθησαν σημαντικά στη θεραπεία της πνευμονίας, της γονόρροιας και της σύφιλης, καθώς και της ελονοσίας και του τύφου. Οι θάνατοι από πνευμονία παρουσίασαν ετήσια μείωση 5-8% μετά την εισαγωγή των σουλφοναμιδών και των αντιβιοτικών.

H θνησιμότητα από φυματίωση μειώθηκε με τα αντιβιοτικά (και κυρίως με τη στρεπτομυκίνη) από 550/1εκατ. το 1946 σε 12/1εκατ. το 1980.

Επίσης, οι εμβολιασμοί εξαφάνισαν σχεδόν τελείως την πολυομελίτιδα και τη διφθερίτιδα στις αναπτυγμένες χώρες και μείωσαν θεαματικά την επίπτωση της πνευμονίας, του κοκίτη, της ιλαράς. Τα φάρμακα βοήθησαν επίσης, έστω και σε μικρότερο βαθμό, στην αντιμετώπιση του τετάνου και της ερυθράς.

Σε μια προσπάθεια να αποτιμηθεί συνολικά η συμβολή της ιατρικής, υπολογίστηκε ότι στη διάρκεια του 20ού αιώνα, από τα 30 περίπου χρόνια που αυξήθηκε το προσδόκιμο επιβίωσης στην Μ. Βρετανία και από τα 25 στις ΗΠΑ, τα 5 οφείλονται στα επιτεύγματα της ιατρικής.

Απ’ όλες τις αιτίες θανάτου, έχει εκτιμηθεί ότι μόνο το 5-15% ανήκει στην κατηγορία των νοσημάτων που μπορούν να θεραπευτούν πλήρως.

Αλλά ακόμα και γι’ αυτό το σχετικά μικρό ποσοστό, κοινωνικοί και οικονομικοί παράγοντες διαδραματίζουν πιο αποφασιστικό ρόλο απ’ ό,τι η ιατρική. Γι’ αυτό, άλλωστε, και οι κοινωνικές ανισότητες στην υγεία σχετίζονται ασθενώς με τις παρεχόμενες ιατρικές υπηρεσίες -στη Μ.

Βρετανία τα φτωχότερα στρώματα χρησιμοποιούν περισσότερο τις υπηρεσίες του Εθνικού Συστήματος Υγείας απ’ ό,τι τα πλουσιότερα.

Οι εκτιμήσεις αυτές δεν σημαίνουν ότι η ιατρική είναι αναποτελεσματική. Η ποιότητα της ζωής των ασθενών, και ιδιαίτερα των ηλικιωμένων, έχει βελτιωθεί σημαντικά χάρη στα επιτεύγματα της σύγχρονης ιατρικής. Οι εγχειρήσεις καταρράκτη, οι εγχειρήσεις κήλης, η ανακούφιση του πόνου, οι μεταμοσχεύσεις, οι αρθροπλαστικές εγχειρήσεις, η χειρουργική θεραπεία της φλεβίτιδας, το τεστ Παπανικολάου, κ.ά., έχουν βοηθήσει σημαντικά στην αντιμετώπιση συχνών -και ορισμένες φορές κρίσιμων- καταστάσεων.

 Όπως επισημαίνεται από πολλούς μελετητές, η ιατρική συμβάλλει κατά 10-15% στην προστασία και την προαγωγή της υγείας. Στις αναπτυγμένες χώρες με υψηλό βιοτικό επίπεδο, όπως η Μ. Βρετανία, η συμβολή της ιατρικής αναμένεται να αυξηθεί τα επόμενα χρόνια.

Ήδη, η δυνατότητα λεπτομερούς διάγνωσης που παρέχουν τα υπερηχογραφήματα, οι αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες και άλλες αναίμακτες σύγχρονες εξετάσεις, βελτιώνει σημαντικά όχι μόνο τη διάγνωση, αλλά και τις θεραπευτικές πρακτικές, ιδιαίτερα της χειρουργικής.

Γι’ αυτό άλλωστε η συνεχιζόμενη βελτίωση του μέσου χρόνου ζωής, οφείλεται κυρίως στη μείωση των θανάτων από καρδιαγγειακά, χάρη και στις προόδους της καρδιοχειρουργικής και της επεμβατικής καρδιολογίας.

Η χειρουργική του 21ου αιώνα σίγουρα δεν θα έχει μεγάλη σχέση με τη γνωστή χειρουργική. Οι τομές ήδη περνούν στο περιθώριο και τη θέση τους παίρνουν λιγότερο επιθετικές μέθοδοι. Η διάδοση της ενδοσκοπικής και λαπαροσκοπικής χειρουργικής, ο ρομποτισμός στις λεπτές εγχειρήσεις, η τηλεχειρουργική, κ.ά., θα αλλάξουν θεαματικά τις θεραπευτικές δυνατότητες της χειρουργικής.

Η μεγαλύτερη, όμως, εξέλιξη αναμένεται στον τομέα της γενετικής. Σε λίγα χρόνια, θα μπορούν όχι μόνο να θεραπεύονται πολλά γενετικά νοσήματα, αλλά και να προλαμβάνονται άλλα που παρουσιάζουν κληρονομική προδιάθεση. Έτσι, θα ανοίξει διάπλατα ο δρόμος της πρόγνωσης και της πρόληψης, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλες αυτές οι εξελίξεις δεν θα κριθούν και από τη δυνατότητά τους να υπερβούν το περιοριστικό πλαίσιο του βιοϊατρικού μοντέλου.