Ο κνησμός ή η φαγούρα είναι το δυσάρεστο αίσθημα που προκαλεί επιθυμία για ξύσιμο. Προκαλείται εξαιτίας της έκκρισης ορισμένων χημικών ουσιών, όπως της ισταμίνης.

Ο κνησμός είναι σύμπτωμα δερματικών παθήσεων, συστηματικών παθολογικών νοσημάτων, λήψης ορισμένων φαρμάκων.

Κατά την κλινική ιατρική εξέταση διερευνάται εάν ο κνησμός οφείλεται σε νόσημα που είναι αμιγώς δερματολογικό ή αποτελεί δερματολογική αντίδραση ενός συστηματικού νοσήματος ή διαταραχής. Τα τοπικά δερματολογικά νοσήματα που προκαλούν κνησμό είναι πολλές φορές φλεγμονώδη, όπως η ατοπική δερματίτιδα και η αλλεργική δερματίτιδα εξ επαφής, συχνά όμως η φαγούρα συνδυάζεται με ξηρότητα και γήρανση του δέρματος.

Είναι σημαντικό κατά την ιατρική διερεύνηση του κνησμού, να αποκλειστεί η ύπαρξη συστηματικού παθολογικού νοσήματος, το οποίο επιβάλλεται να διαγνωστεί και να θεραπευτεί άμεσα, λόγω κινδύνου βλάβης ζωτικών οργάνων.

Στα νοσήματα αυτά συγκαταλέγονται η ουραιμία, ορισμένα καρκινώματα, η πρωτοπαθής χολική κίρρωση, ενδοκρινοπάθειες, ορισμένα αιματολογικά νοσήματα, αλλεργικά νοσήματα, νευρολογικά νοσήματα.

Κοινά σκευάσματα και φάρμακα που προκαλούν φαγούρα και, δυστυχώς, ορισμένες φορές χρησιμοποιούνται άκριτα χωρίς ιατρική ένδειξη είναι τα αναβολικά, τα οιστρογόνα, οι φαινοθειαζίνες, η εστολική ερυθρομυκίνη.

Η πιθανότητα ο κνησμός να συνδέεται με συστηματικό νόσημα ή διαταραχή αυξάνει όταν:

  • Είναι γενικευμένος, δηλαδή αφορά μεγάλο μέρος του σώματος
  • Είναι ανθεκτικός σε τοπική θεραπεία
  • Είναι επίμονος.