Του Γεώργιου Πενθερουδάκη, Αναπληρωτή Καθηγητή Ογκολογίας στην Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

 Ο καρκίνος του παγκρέατος είναι μια πάθηση που συνοδεύεται από κακή πρόγνωση και χαμηλά ποσοστά επιβίωσης. Μόλις ένας στους είκοσι ασθενείς που θα διαγνωστούν αναμένεται να έχει επιβιώσει πέντε χρόνια μετά την αρχική διάγνωση. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί είναι μια μορφή καρκίνου που διαγιγνώσκεται κατά κύριο λόγο σε προχωρημένο στάδιο ή έχει κάνει ήδη μεταστάσεις. Τα έντονα συμπτώματα συχνά παρουσιάζονται καθυστερημένα, ενώ δεν υπάρχουν αξιόπιστες μέθοδοι για την έγκαιρη ανίχνευση της νόσου που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην έγκαιρη προσυμπτωματική διάγνωση. Αυτά τα δεδομένα συνοδεύονταν επί δεκαετίες από μια πολύ αργή πρόοδο στο πεδίο της επιστήμης σε σχέση με πιο αποτελεσματικές μεθόδους φαρμακευτικής αντιμετώπισης, όμως τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί ελπιδοφόρα πρόοδος. Κάποια νέα όπλα που έχουμε στη διάθεσή μας, οι έρευνες που βρίσκονται σε εξέλιξη, αλλά και η σωστή ενημέρωση ελπίζουμε πως σταδιακά θα αλλάξουν την εικόνα αυτής της απειλητικής νόσου.

Η ακριβής αιτία του παγκρεατικού καρκίνου παραμένει άγνωστη, όμως υπάρχουν κάποιοι παράγοντες κινδύνου που εκτιμάται πως σχετίζονται. Ο πρώτος παράγοντας και ο μόνος που έχει αποδεδειγμένα σχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο ανάπτυξης παγκρεατικού καρκίνου είναι το κάπνισμα. Το οικογενειακό ιστορικό παγκρεατικού καρκίνου, το προσωπικό ιστορικό παγκρεατίτιδας και ο διαβήτης είναι επίσης γνωστοί παράγοντες κινδύνου. Τέλος, επιβαρυντικός ρόλος έχει αποδοθεί στην παχυσαρκία και γενικότερα τις διατροφικές συνήθειες, αλλά και σε ορισμένες γενετικές παθήσεις όπως η κληρονομική παγκρεατίτιδα, ο κληρονομικός καρκίνος μαστού, το σύνδρομο καρκίνου ωοθηκών κ.α. Ο κίνδυνος ανάπτυξης αυξάνεται προοδευτικά με την ηλικία, με τις περισσότερες περιπτώσεις να εμφανίζονται σε ανθρώπους άνω των 65 ετών.

Τα συμπτώματα ποικίλουν και εξαρτώνται από το στάδιο της πάθησης όταν γίνεται η διάγνωση, από το μέγεθος ή τη θέση του όγκου. Τα πιο κοινά συμπτώματα είναι ο πόνος στην κοιλιακή χώρα, η ναυτία, η ανορεξία ή η ξαφνική απώλεια βάρους και ο ίκτερος.

Το πρώτο βήμα διάγνωσης είναι η αξονική τομογραφία κοιλίας. Σε αρκετές περιπτώσεις, όταν δεν εντοπίζεται όγκος αλλά υπάρχουν ενδείξεις, γίνεται και ενδοσκοπική υπερηχοτομογραφία ή πλέον εξειδικευμένες απεικοντιστικές μέθοδοι (ενδοσκοπική ή μαγνητική χολαγγειοπαγκρεατογραφία, PET) που μπορεί να καταγράψει εξαιρετικά μικρούς όγκους.

Η αντιμετώπιση του παγκρεατικού καρκίνου είναι μια σύνθετη διαδικασία που απαιτεί συνολική αξιολόγηση τόσο της πορείας της νόσου, της έκτασης και θέσης του όγκου, όσο και της συνολικής κατάστασης του οργανισμού κάθε ασθενούς. Σε ένα ποσοστό 15-20% των ασθενών η νόσος είναι χειρουργήσιμη και η αντιμετώπιση συνδυάζει χειρουργική αφαίρεση με συμπληρωματική χημειοθεραπεία ή ακτινοβολία. Στις περιπτώσεις που η χειρουργική αντιμετώπιση δεν είναι εφικτή, ο στόχος μας είναι να επιτεθούμε στον όγκο με χημειοθεραπεία ή ακτινοθεραπεία, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις επιπλοκές, να προσφέρουμε μια βελτιωμένη ποιότητα ζωής και να παρατείνουμε την επιβίωση. Η ενδεδειγμένη για πολλά χρόνια θεραπεία εκλογής ήταν η γεμσιταβίνη. Τα τέσσερα τελευταία χρόνια, προστέθηκαν στη φαρέτρα μας κάποια νέα χημειοθεραπευτικά σχήματα τα οποία, βάσει μελετών και κλινικής πρακτικής, μας κάνουν περισσότερο αισιόδοξους για την πορεία της νόσου, αν και ίαση δεν είναι ακόμα δυνατή σε προχωρημένα στάδια. Η πρώτη εξέλιξη αφορά στη θεραπεία συνδυασμού folfirinox και η πιο πρόσφατη στον χημειοθεραπευτικό συνδυασμό της γεμσιταβίνης με την ουσία nab-πακλιταξέλη που μπορεί να χαρακτηριστεί ως στοχευμένη χημειοθεραπεία, καθώς αξιοποιεί νανοσωματίδια και επιτίθεται πιο στοχευμένα στα προσβεβλημένα κύτταρα.

Οι στοχευμένες θεραπείες που μπορούν να επιτεθούν στον όγκο πιο αποτελεσματικά, έχουν πιο καλά ανεκτά προφίλ τοξικότητας και περιορίζουν τις βλάβες στα φυσιολογικά κύτταρα αποτελούν σήμερα το στόχο της ερευνητικής δραστηριότητας στο πλαίσιο κλινικών δοκιμών. Οι κλινικές δοκιμές παρέχουν στους ασθενείς πρόσβαση σε καινοτόμα φάρμακα, που τόσο πολύ χρειαζόμαστε στον καρκίνο, σε αυστηρά ρυθμισμένα πλαίσια νομιμότητας και επιστημονικότητας. Αυτές οι εξελίξεις, σε συνδυασμό με την ελπίδα μας για πιο έγκαιρη διάγνωση μας κάνουν αισιόδοξους πως ακόμη και σε αυτή την εξαιρετικά απειλητική νόσο, μπορούμε να προσφέρουμε οφέλη τόσο σε επίπεδο ποιότητας ζωής όσο και –το πιο σημαντικό- επιβίωσης των χιλιάδων ασθενών που πάσχουν.