Αν και δεν υπάρχει απόδειξη ότι ψυχολογικοί παράγοντες παίζουν κάποιον ειδικό ρόλο στην αιτιολογία του διαβήτη, έχει διαπιστωθεί ότι η πρώτη εμφάνισή του συμπίπτει με έντονες συγκινησιακές εμπειρίες, όπως το πένθος ή η κατάθλιψη.

Είναι επίσης γνωστό ότι ένα συναισθηματικό στρες που συνοδεύεται από φόβο μπορεί να επιδεινώσει τον διαβήτη, ενεργοποιώντας τους ίδιους φυσιολογικούς μηχανισμούς που χαρακτηρίζουν άλλα είδη στρες, όπως αυτά που προκαλούνται από μία λοίμωξη, από ένα σωματικό τραύμα ή από υψηλό πυρετό.

Πέρα από την αιτιολογία του, στην πραγματικότητα ο διαβήτης είναι μία από τις διαταραχές που επηρεάζονται τόσο εύκολα όσο και δραματικά από ψυχολογικούς παράγοντες. Όπως για παράδειγμα σε κρίσιμες στιγμές στη ζωή του ανθρώπου, π.χ. στην περίπτωση αποχωρισμού ή θανάτου αγαπημένων προσώπων, που δημιουργούν συναισθήματα εγκατάλειψης και οργής.

Ένα διαβητικό άτομο, ως τρόπο διαμαρτυρίας είτε παραμελεί την δίαιτά του είτε κάνει κακή χρήση της ινσουλίνης. Κατά έναν ανάλογο τρόπο, ένας διαβητικός που πάσχει από μοναξιά και κατάθλιψη παραμελεί τη ρύθμιση της δίαιτάς του ή τις ανάγκες του για ινσουλίνη σκόπιμα, για να του παρασχεθεί ψυχολογική βοήθεια που θα τον ανακουφίσει. Επίσης, υπάρχει ακόμα και η περίπτωση του διαβητικού που χάνει ξαφνικά την επαφή με την πραγματικότητα, όχι από μία υπογλυκαιμική κρίση, αλλά από μία κατατονική αντίδραση ή μία υστερία.
Το γεγονός και μόνο ότι πάσχει κάποιος από διαβήτη είναι αρκετό για να του δημιουργήσει ψυχολογικό πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι ακόμα σοβαρότερο για το παιδί ή για τον έφηβο, του οποίου ο διαβήτης συχνά συμβαίνει να έχει μεγάλες διακυμάνσεις (εξ ού και ο χαρακτηρισμός του ως εύθραυστος διαβήτης).

Γενικά, όταν κάποιος μαθαίνει για πρώτη φορά ότι έχει διαβήτη, είναι επόμενο να αισθανθεί δυσάρεστα και ώσπου να προσαρμοστεί στη ζωή του διαβητικού, και ενδέχεται να πάθει κατάθλιψη. Επίσης μπορεί να αισθανθεί ακόμα και σοκ, το οποίο θα εξελιχθεί σε χρόνια φοβία ή υποχονδρίαση ή ακόμα και να μη θέλει να πιστέψει ότι έχει διαβήτη.

Σε κάθε περίπτωση, η αντίδραση του διαβητικού εξαρτάται από τον χαρακτήρα του. Για παράδειγμα, ένα άτομο επιθετικό, γίνεται ένας διαβητικός εχθρικός και εριστικός, και όχι σπάνια ακόμα και παρανοϊκός. Ενώ αντίστοιχα, ένα άτομο παθητικό γίνεται ένας διαβητικός ο οποίος παίρνει στάση ηττοπάθειας και παιδομορφικής εξάρτησης, κάτι που συμβαίνει συνήθως στις διαβητικές γυναίκες.

Γενικά, οι περιπτώσεις όπου χρειάζονται ψυχολογική υποστήριξη, ψυχανάλυση ή ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία, συνδυάζονται με την εμφάνιση ψυχωτικών συμπτωμάτων, όπως π.χ. σε περίπτωση ψυχωτικής μελαγχολίας. Σε κάθε περίπτωση, η ικανοποιητική παρακολούθηση του διαβήτη, απαιτεί τόσο μία συμπαθητική κατανόηση του χαρακτήρα του ασθενή και των συνθηκών της ζωής του, όσο και μία ειδική ετοιμότητα, αναφορικά με την επίδραση που μπορεί να έχουν διάφοροι συγκινησιακοί παράγοντες στην κατάστασή του.