Τα παιδιά με Νεανική Ιδιοπαθή Αρθρίτιδα εμφανίζουν υψηλότερη συχνότητα κατάθλιψης και άγχους σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, όπως αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο webinar που πραγματοποίησε η Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα μέσω της σελίδας της στο Facebook.

Η Nεανική Iδιοπαθής Aρθρίτιδα (NIA) είναι ένα χρόνιο νόσημα με βασικό σύμπτωμα την ανάπτυξη φλεγμονής των αρθρώσεων. Για την ίδια πάθηση έχουν χρησιμοποιηθεί και άλλοι όροι όπως νεανική ρευματοειδής αρθρίτιδα ή νεανική χρόνια αρθρίτιδα. Η Ν.Ι.Α είναι μια πολύ συχνή πάθηση, καθότι περίπου 1 στα 1.000 παιδιά αναπτύσσει κάποιο είδος χρόνιας αρθρίτιδας. Η αρθρίτιδα μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία, αν και σπάνια εμφανίζεται πριν τους πρώτους 12 μήνες της ζωής. Η νεανική αρθρίτιδα μπορεί να περιλαμβάνει μία ή περισσότερες αρθρώσεις και μπορεί επίσης να συνοδεύεται από φλεγμονή του ματιού. Μπορεί επίσης να προκαλέσει άλλα συμπτώματα όπως πυρετό ή εξάνθημα ανέφερε ο κ. Λάμπρος Φώτης, Παιδίατρος-Παιδορευματολόγος, Επίκουρος Καθηγητής Παιδιατρικής, Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, Γ’ Παιδιατρική Κλινική Π.Γ.Ν. «Αττικόν»

Η αιτία της Ν.Ι.Α παραμένει άγνωστη και για αυτό το λόγο ονομάζεται και ιδιοπαθής. Ωστόσο, πιστεύεται ότι οφείλεται σε δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος που οδηγεί στη φλεγμονή της εσωτερικής επένδυσης της άρθρωσης που είναι γνωστή και ως αρθρικός υμένας.Συνέπεια της φλεγμονής της άρθρωσης εφόσον αυτή δε θεραπευτεί, είναι η προοδευτική καταστροφή της άρθρωσης, με συνέπεια δυσκολία στην κίνηση.

Για να τεθεί η διάγνωση της Ν.Ι.Α, το παιδί πρέπει να εξεταστεί από ειδικό Παιδορευματολόγο ο οποίος θα πραγματοποιήσει λεπτομερή κλινική εξέταση όλων των αρθρώσεων. Για μερικούς ασθενείς μπορεί να απαιτηθούν εξετάσεις αίματος ή και απεικονιστικός έλεγχος (υπέρηχος, ακτινογραφία, μαγνητική τομογραφία). Η διάγνωση της Ν.Ι.Α μπορεί να είναι δύσκολη επειδή μερικά παιδιά μπορεί να μην παραπονιούνται για πόνο ή η διόγκωση των αρθρώσεων μπορεί να μην είναι εμφανής στα αρχικά στάδια. Δεν υπάρχει κάποια εξέταση αίματος που να μπορεί να επιβεβαιώσει τη διάγνωση. Πριν επιβεβαιωθεί η διάγνωση θα πρέπει να αποκλειστούν άλλες καταστάσεις στις οποίες υπάρχει αρθρίτιδα και οι οποίες μοιάζουν με τη Ν.Ι.Α.

Ο συνολικός στόχος της θεραπείας είναι ο έλεγχος των συμπτωμάτων, η πρόληψη της βλάβης των αρθρώσεων και η διατήρηση της καθημερινότητας.  Οι διαθέσιμες θεραπείες είναι οι ενδοαρθρικές εγχύσεις κορτικοστεροειδών, τα ανοσοτροποιητικά φάρμακα με κυριότερο τη Μεθοτρεξάτη και οι βιολογικοί παράγοντες.

Η διατροφή διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση της Νεανικής Ιδιοπαθούς Αρθρίτιδας (ΝΙΑ). Η Νεανική Ιδιοπαθής Αρθρίτιδα είναι μία χρόνια νόσος που χαρακτηρίζεται από επίμονη φλεγμονή των αρθρώσεων και συμπτώματα όπως πόνος, διόγκωση και περιορισμός της κινητικότητας της άρθρωσης. Είναι πάθηση αγνώστου αιτιολογίας με τα πρώτα συμπτώματα να εμφανίζονται πριν την ηλικία των 16 χρόνων.

Στην παθοφυσικολογία της νόσου εμπλέκονται, εκτός των άλλων και διατροφοξαρτώμενοι παράγοντες όπως είναι η απορρύθμιση του ανοσοποιητικού λόγω έλλειψης της βιταμίνης D, η φλεγμονή και το Οξειδωτικό στρες. Επομένως, κατά πρώτο λόγο η βιταμίνη D είναι ένα κομβικό διατροφικό συστατικό για την αντιμετώπιση της Νεανικής Ιδιοπαθούς Αρθρίτιδας. Επιπλέον, ως αιτίες πρόκλησης χρόνιας φλεγμονής θεωρούνται διατροφικοί παράγοντες όπως: Γλουτένη, καζεΐνη, επεξεργασμένα τρόφιμα, fast food, ζάχαρη, γλυκοζυλιωμένα προϊόντα (φλεγμονώδη υποπροϊόντα του μεταβολισμού των σακχάρων) και η εντερική φλεγμονή.

 Στο επίπεδο αυτό η αντιοξειδωτική άμυνα, η οποία ενισχύεται από την αυξημένη παρουσία πολυφαινολικών ενώσεων εξισορροπεί το φορτίο των ελεύθερων ριζών και περιορίζει το οξειδωτικό στρες. Το ελαιόλαδο ελαττώνει τη Φλεγμονή, ο συνδυασμός μονοακόρεστων με ω-3 προσφέρει ισχυρή αντιφλεγμονώδη προστασία στους ασθενείς όπως και η ευεργετική επίδραση ιχθυελαίων, αλλά  και διάφορες θρεπτικές ουσίες όπως Σελήνιο,  β-κρυπτοξανθίνη (φυσικό χυμός πορτοκάλι), Ψευδαργύρος, Βότανα και μπαχαρικά: τζίντζερ, ανανάς και κουρκουμάς, Προβιοτικά: Lactobacillus casei και η κρεατίνη σε συνδυασμό με την άσκηση για την ενδυνάμωση των μυών. Την ίδια ώρα θα πρέπει να αποφεύγονται: Κορεσμένα / Τρανς λιπαρά, νιτρώδεις ενώσεις, αλάτι και ζάχαρη, αυξημένη αναλογία ω-6/ω-3 λιπαρά κλπ. Επιπλέον, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται πιθανές διατροφικές ελλείψεις βιταμινών και ανόργανων στοιχείων όπως: φυλλικό οξύ, βιταμίνες Β6, Β12, C, D, Ε, ασβέστιο, μαγνήσιο, ψευδάργυρο και σελήνιο, ανέφερε ο κ. Δημήτρης Γρηγοράκης Κλινικός Διαιτολόγος – Διατροφολόγος BSc, MSc, PhD ,Διδάκτωρ ΤΕΔΔ Χαροκοπείου Πανεπιστημίου.

Συμπερασματικά, οι ασθενείς με Νεανική Ιδιοπαθή Αρθρίτιδα θα πρέπει να σιτίζονται σωστά, περιεκτικά και επιλεκτικά, όπως δηλαδή ακριβώς θα έπρεπε να πράττουν για την προστασία τους από διάφορα σημαντικά χρόνια εκφυλιστικά «Διατροφοεξαρτώμενα» Νοσήματα. Η σωστή διατροφή και στην περίπτωση της Νεανικής Ιδιοπαθούς Αρθρίτιδας παρέχει ένα επιπλέον εφόδιο υγείας και ενεργητικότητας.

Η Νεανική Ιδιοπαθής Αρθρίτιδα (ΝΙΑ) εκθέτει τα παιδιά και τις οικογένειές τους σε άλλοτε άλλου βαθμού στρες με πολλαπλές επιπτώσεις σε σωματικό, κοινωνικό και ψυχολογικό επίπεδο. Σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία, τα παιδιά με ΝΙΑ εμφανίζουν υψηλότερη συχνότητα κατάθλιψης και άγχους σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό, ενώ εκτιμάται ότι η πρόγνωση των ψυχιατρικών διαταραχών στα παιδιά αυτά είναι  περισσότερο επιφυλακτική. Ομοίως, οι δείκτες ποιότητας ζωής, που αφορούν κυρίως στον ύπνο, την ακαδημαϊκή επίδοση και την αντίληψη του πόνου, εμφανίζονται επηρεασμένοι τόνισε η κα Κωνσταντίνα Μαγκλάρα, Ψυχίατρος Παιδιών & Εφήβων, Α’ Ψυχιατρική Κλινική ΕΚΠΑ.

Η ψυχολογική επιβάρυνση των γονέων φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στην προσαρμογή των παιδιών στη νόσο, αφού τόσο οι συναισθηματικές δυσκολίες των παιδιών, όσο και τα επίπεδα του πόνου φαίνεται να συσχετίζονται με τις συναισθηματικές δυσκολίες των γονέων. Το είδος της προσαρμογής στη νόσο εξαρτάται από τα ατομικά χαρακτηριστικά του παιδιού, οικογενειακούς παράγοντες, τις ιδιαίτερες συνιστώσες της νόσου στην κάθε περίπτωση, καθώς και από το αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού. Σημαντικός είναι ο ρόλος της κατάλληλης υποστήριξης προς το παιδί και την οικογένειά του, τόσο από τους θεράποντες ιατρούς, όσο και από ειδικούς ψυχικής υγείας εφόσον υπάρχει σχετική ένδειξη. Συνολικά, η προσαρμογή στη νόσο εξαρτάται τόσο από την ευαλωτότητα, όσο και την ανθεκτικότητα του κάθε παιδιού και της οικογένειάς του. Ως εκ τούτου απαραίτητη είναι η εξατομικευμένη προσέγγιση με στόχο την χωρίς συγκρούσεις προσαρμογή, που σέβεται τις ιδιαίτερες δυσκολίες, αλλά και τους πόρους του κάθε παιδιού, και τελικά την ανάπτυξη αντισταθμιστικών ικανοτήτων του παιδιού.