Γράφει ο

Σωτήρης Ζώτος

Αν. Γραμματέας Υγείας του ΠΑΣΟΚ - Κίνημα Αλλαγής, τ. Ειδικός Γραμματέας Υπουργείου Υγείας

 

Η πανδημία της Covid-19 εξελίχθηκε στο ισχυρότερο παγκόσμιο σοκ των τελευταίων δεκαετιών. Περίπου 6,3 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χαθεί και η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει τη χειρότερη ύφεση από τη δεκαετία του 1930.

Αυτές οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είχαν μετριαστεί μερικώς, ή ενδεχομένως ακόμη και να αποτραπούν, από επαρκείς επενδύσεις για τη δημόσια υγεία, την περιβαλλοντική διαχείριση και την ετοιμότητα για πανδημίες.

Οι έρευνες των διεθνών οργανισμών αναδεικνύουν την άγνοια των παραγόντων κινδύνου στους φτωχούς και στα άτομα με χαμηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο, σε όλες τις χώρες, και προτρέπουν σε αύξηση της ευαισθητοποίησης για την υποστήριξη συμπεριφορών που προάγουν την υγεία, αλλά και σε πολιτικές για μείωση των ανισοτήτων, δεδομένου ότι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο αντιμετωπίζουν και τα μεγαλύτερα εμπόδια στην πρόσβαση των υπηρεσιών υγείας.

Η προσπάθεια εξοικονόμησης χρημάτων, παραβλέποντας την ετοιμότητα έκτακτης ανάγκης, τα συστήματα υγείας, την προστασία του περιβάλλοντος και τα δίκτυα κοινωνικής ασφάλισης, αποδείχθηκε πως είναι μια απατηλή οικονομία - και ο λογαριασμός πληρώνεται τώρα στο πολλαπλάσιο.

Ο κόσμος δεν μπορεί να αντέξει επανειλημμένες καταστροφές της κλίμακας της Covid-19, είτε προκληθούν από την επόμενη πανδημία είτε από την αυξανόμενη περιβαλλοντική ζημιά και την κλιματική αλλαγή.

Ο τομέας της υγείας πρέπει να έχει βασικό ρόλο όχι μόνο με την εξομάλυνση των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης, αλλά και με την αξιοποίηση αυτής της ευκαιρίας, για κοινές πρωτοβουλίες και για δράσεις που θα επιτρέψουν και θα ενθαρρύνουν μια βιώσιμη και υγιή αλλαγή συμπεριφοράς.

Τώρα χρειάζεται μια ολοκληρωμένη προσέγγιση «τριπλού κέρδους», για την αντιμετώπιση των αλληλένδετων περιβαλλοντικών και κοινωνικών προκλήσεων, τη βελτίωση της υγείας και την αύξηση της ισότητας στην υγεία.

Οι νέες προκλήσεις απαιτούν καινούργιες απαντήσεις. Η γεωμετρική αύξηση του κόστους των νέων θεραπειών επιβάλλει αλλαγή πορείας για να μειωθούν οι ανισότητες και να επωφεληθούν όλοι και όχι μόνο οι έχοντες και κατέχοντες.

Ταυτόχρονα το πρόταγμα του ψηφιακού μετασχηματισμού της υγείας είναι πλέον ζωτικός όρος για την απορρόφηση του κόστους των νέων τεχνολογιών. Σε αντίθεση με άλλους τομείς (άμυνα, ενέργεια, αερομεταφορές), στην υγεία παράγονται τεράστια δεδομένα, αλλά έχουμε σχετικά λίγες πληροφορίες από την επεξεργασία και τη χρήση τους.

Πρόσφατες μελέτες του ΟΟΣΑ, ως κρίσιμο παράγοντα επιβράδυνσης επισημαίνουν τα λεγόμενα «χρυσά βήματα», δηλαδή τη μικρή πρόοδο με τη χρήση από λίγους των δεδομένων, με τεράστια κέρδη.

Από την άλλη, με την επεξεργασία ψηφιακών δεδομένων για τις χρόνιες ασθένειες και με πολύ μικρότερα κόστη, θα μπορούσαν να αποφευχθούν εκατομμύρια θάνατοι αλλά και να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής και να γίνουν καλύτερα τα πρόσθετα χρόνια που κερδίσαμε ως κοινωνίες.

Η Ελλάδα, όντας χώρα που γερνά, μαζί με ενεργητικές παρεμβάσεις για να αυξηθούν οι γεννήσεις, οφείλει να αντιδράσει άμεσα και να προσαρμόσει τις πολιτικές της. Εμείς δίνουμε 42% των δαπανών για νοσοκομεία και το 31% για φάρμακα, και χώρες όπως η Σουηδία δίνουν 22% για νοσοκομεία και το 12% για φάρμακα και μοιράζουν το 60% στην πρόληψη, την πρωτοβάθμια φροντίδα και την κατ' οίκον νοσηλεία και φροντίδα.

Ο ΠΟΥ, ο ΟΟΣΑ και η Ε.Ε. με συντονισμένο τρόπο προτάσσουν την ανάγκη ουσιαστικής στροφής στην πρόληψη, την πρωτοβάθμια υγεία και τις εξωνοσοκομειακές κατ’ οίκον υπηρεσίες και προκρίνουν διεθνείς συνεργασίες, για να περιοριστούν οι ανισότητες και να ενσωματωθούν τα συστήματα υγείας στην ψηφιακή εποχή χωρίς νέους αποκλεισμούς.

Τα ευρωπαϊκά παραδείγματα είναι πολλά, με τις χώρες να αναζητούν τις βέλτιστες λύσεις, για αύξηση των υγιών χρόνων ζωής και όχι μόνο του προσδόκιμου επιβίωσης.

Η Δανία χτίζει 16 υπερνοσοκομεία, με αυτοματοποιημένες ροές υπηρεσιών και διαδικασίες, για να περιορίσει τον χρόνο νοσηλείας στις 1-2 ημέρες και να ανταποκριθεί έγκαιρα στις ανάγκες των πολιτών της.

Στον προηγμένο κόσμο, η χρηματοδότηση της υγείας, εκτός από κοινωνική ευθύνη, αντιμετωπίζεται και ως σοβαρή αναπτυξιακή επένδυση.

Με τη συνολική κατά κεφαλήν δαπάνη για την υγεία στο 56% του μέσου όρου του ΟΟΣΑ, τους Έλληνες να δίνουν 1,7 δισ. ευρώ (ετησίως) για φάρμακα από τη τσέπη τους, τους νέους γιατρούς να ξενιτεύονται και την κοινωνία να γερνά μαζί με τις υποδομές, οι ευάλωτοι και οι αδύναμοι στην Ελλάδα δεν έχουν τη δυνατότητα πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας είτε για οικονομικούς είτε για γεωγραφικούς λόγους.

Είχαμε επισημάνει εξ αρχής ότι, ενώ η πανδημία ήταν έκτακτη, οι ανάγκες στην υγεία είναι διαχρονικές και απαιτούνται μόνιμες παρεμβάσεις, που θα προστατεύουν αποτελεσματικά τη δημόσια υγεία θα μειώνουν τις ανισότητες και την επιβάρυνση των πολιτών, θα διευρύνουν την κάλυψη και θα βελτιώνουν την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών.

Γι’ αυτό στον πυρήνα της πρότασής μας βρίσκεται η ολοκληρωμένη Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, με υπηρεσίες προσανατολισμένες στον άνθρωπο και τις ανάγκες του, στο εγγύτερο γι’ αυτόν σημείο σε όλη τη χώρα.

Η επιστροφή στο «κανονικό» δεν είναι αρκετή, χρειάζεται εθνική στρατηγική που, πέραν της θεωρίας, θα εμπεριέχει και το Επιχειρησιακό Σχέδιο Υλοποίησης για την Αναγέννηση του ΕΣΥ.