Η υπεριδρωσία αποτελεί μια κατάσταση κατά την οποία η παραγωγή ιδρώτα υπερβαίνει τα φυσιολογικά επίπεδα.

Διακρίνεται σε πρωτοπαθή (ιδιοπαθή) και δευτεροπαθή μορφή. Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία εμφανίζεται συνήθως σε νεαρή ηλικία (14–25 ετών), είναι κατά κανόνα εντοπισμένη (π.χ. μασχάλες, παλάμες, πέλματα, πρόσωπο) και συχνά παρουσιάζει οικογενή προδιάθεση. Αντίθετα, η δευτεροπαθής μορφή σχετίζεται με υποκείμενα νοσήματα ή φαρμακευτική αγωγή και τείνει να εμφανίζεται σε μεγαλύτερες ηλικίες, συχνά με γενικευμένη ή κρανιοπροσωπική κατανομή.

Η επίπτωση της πρωτοπαθούς υπεριδρωσίας κυμαίνεται περίπου στο 2–5%, ενώ αν συμπεριληφθούν και οι δευτεροπαθείς μορφές, το ποσοστό μπορεί να φτάσει έως και το 16–20% σε ορισμένους πληθυσμούς.

Οι πιο συχνά προσβαλλόμενες περιοχές είναι οι μασχάλες, οι παλάμες και τα πέλματα, ενώ σημαντικό ποσοστό ασθενών εμφανίζει συμπτώματα και στο πρόσωπο ή το τριχωτό της κεφαλής. Η πάθηση μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ποιότητα ζωής, με περίπου τους μισούς ασθενείς να αναφέρουν ψυχολογική, κοινωνική και επαγγελματική επιβάρυνση.

Η διάγνωση βασίζεται κυρίως στο ιστορικό και την κλινική εκτίμηση, ενώ μπορεί να υποστηριχθεί από ειδικές δοκιμασίες, όπως η δοκιμασία Minor για τον εντοπισμό της εφίδρωσης, η βαρυμετρία για τη μέτρηση της ποσότητας ιδρώτα και η δυναμική σουντομετρία.

Η θεραπευτική προσέγγιση είναι σταδιακή και εξαρτάται από τη βαρύτητα των συμπτωμάτων και τον βαθμό ενόχλησης του ασθενούς.

Ως πρώτη γραμμή θεραπείας χρησιμοποιούνται τοπικά σκευάσματα, όπως άλατα αλουμινίου και αντιχολινεργικά. Σε περιπτώσεις ανεπαρκούς ανταπόκρισης, εφαρμόζονται ενέσεις αλλαντικής τοξίνης ή επεμβατικές μέθοδοι, όπως η υποδόρια απόξεση των ιδρωτοποιών αδένων, ιδιαίτερα για τη μασχαλιαία υπεριδρωσία, με ποσοστά βελτίωσης που φτάνουν το 60–70%.

Επιπλέον διαθέσιμες επιλογές περιλαμβάνουν την ιοντοφόρηση με νερό βρύσης, τεχνικές ραδιοσυχνοτήτων, εστιασμένο υπέρηχο, μικροκύματα, συστηματική χορήγηση αντιχολινεργικών φαρμάκων, καθώς και χειρουργική παρέμβαση στο συμπαθητικό νευρικό σύστημα σε σοβαρές περιπτώσεις.

Οι ανεπιθύμητες ενέργειες εξαρτώνται από τη μέθοδο θεραπείας και περιλαμβάνουν τοπικές αντιδράσεις, όπως ερεθισμό, κνησμό και πόνο, καθώς και συστηματικές εκδηλώσεις από τα αντιχολινεργικά, όπως ξηροστομία, μυδρίαση, κατακράτηση ούρων και κεφαλαλγία.

Συνολικά, η υπεριδρωσία είναι μια συχνή και επιβαρυντική κατάσταση, για την οποία υπάρχουν πολλαπλές θεραπευτικές επιλογές που μπορούν να βελτιώσουν σημαντικά τα συμπτώματα και την ποιότητα ζωής των ασθενών, αν και απαιτούνται περισσότερες υψηλής ποιότητας μελέτες για την τεκμηρίωση της μακροχρόνιας αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Οι αόρατες συνέπειες του εγκεφαλικού
Κορυφαία διάκριση για την AbbVie: 2η θέση στη λίστα Best Workplaces 2026
ΠΟΥ για χανταϊό: Υποψίες μετάδοσης από άνθρωπο σε άνθρωπο