Πιθανόν πραγματοποιήθηκε μετάδοση του ιού της γρίπης των πτηνών (H7N9) μεταξύ 2 άσχετων ανθρώπων, σε νοσοκομείο της Κίνας, αναφέρει νέα έκθεση.

Προηγούμενες αναφορές για μετάδοση από άνθρωπο σε άνθρωπο συνέβησαν όλες σε μέλη οικογενειών.
Οι 2 ασθενείς που αναφέρονται στην έρευνα ήταν στην ίδια πτέρυγα σε νοσοκομείο της Κίνας, στην περιοχή Zhejiang τον Φεβρουάριο 2015.

Ο ένας εισήχθη στις 18 Φεβρουαρίου με πυρετό, βήχα και πονόλαιμο. Τα συμπτώματά του εμφανίστηκαν μετά την αγορά 2 κοτόπουλων από αγορά ζωντανών πουλερικών, αναφέρουν οι ερευνητές.

Ο 49χρονος άντρας διαγνώστηκε με τον ιό στις 24 Φεβρουαρίου και πέθανε στις 20 Απριλίου.
Ο δεύτερος ασθενής, ήταν 57χρονος άντρας με ιστορικό χρόνιας πνευμονοπάθειας, που εμφάνισε συμπτώματα γρίπης αφού πέρασε 5 ημέρες στην ίδια πτέρυγα με τον πρώτο ασθενή. Ο δεύτερος ασθενής διαγνώστηκε με τον ιό στις 25 Φεβρουαρίου και πέθανε στις 2 Μαρτίου.

Τα κοτόπουλα που αγοράστηκαν από τον πρώτο ασθενή ήταν θετικά για τον ιό (H7N9). Ακόμη 11 δείγματα από την αγορά πουλερικών επίσης ήταν θετικά, σημείωσαν οι ερευνητές

Ο δεύτερος ασθενής δεν είχε εκτεθεί σε πουλερικά, για 15 ημέρες πριν τη νόσο. Ωστόσο, ο ιός (H7N9) που τον μόλυνε ήταν σχεδόν γενετικά ταυτόσημος με αυτόν του πρώτου ασθενούς και παρόμοιος με τον ιό που ανακαλύφθηκε στην αγορά πουλερικών την οποία επισκέφτηκε ο πρώτος ασθενής.

Τα ευρήματα υποδεικνύουν ότι ο πρώτος ασθενής μόλυνε τον δεύτερο όταν ήταν στην ίδια πτέρυγα και ότι η αγορά ζωντανών πουλερικών ήταν η πιο πιθανή πηγή μόλυνσης του πρώτου ασθενούς, σύμφωνα με τους ερευνητές που δημοσιεύουν την έρευνα στο περιοδικό BMJ.

Τα ευρήματα θα πρέπει να αυξήσουν την ανησυχία για την αυξανόμενη απειλή στη δημόσια υγεία και να υπογραμμίσουν την ανάγκη για καλύτερη εκπαίδευση και υγιεινή στα νοσοκομεία, μαζί με καλύτερη επιτήρηση ασθενών με νόσους που μοιάζουν με γρίπη στα νοσοκομεία, καθώς και στα κοτόπουλα στις αγορές ζωντανών πουλερικών, σημείωσαν οι ερευνητές.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από τον καθηγητή Wu-Chun Cao, του State Key Laboratory of Pathogen and Security του Beijing Institute of Microbiology and Epidemiology, στην Κίνα.

 

Πηγές: BMJ.