Επιστήμονες από το Duke University, στη Βόρεια Καρολίνα, ανακάλυψαν ότι περισσότεροι από οκτώ στους δέκα από τους ασθενείς με εγκεφαλικό εξαιτίας κολπικής μαρμαρυγής δεν έπαιρναν αρκετά αντιπηκτικά φάρμακα.

"Υπολογίσαμε ότι η συντριπτική πλειονότητα των εγκεφαλικών θα είχαν αποφευχθεί, αν οι ασθενείς λάμβαναν την κατάλληλη αντιπηκτική αγωγή", δήλωσε ο κύριος ερευνητής Dr. Ying Xian, επίκουρος καθηγητής Νευρολογίας στο Duke.

Η κολπική μαρμαρυγή είναι μία καρδιακή αρρυθμία στην οποία οι ανώτεροι θάλαμοι της καρδιάς, οι λεγόμενο κόλποι, πάλλονται χαοτικά. Η ασθένεια δεν είναι άμεσα απειλητική για τη ζωή, αλλά αυξάνει την πιθανότητα δημιουργίας θρόμβων αίματος στα αγγεία της καρδιάς, απ’ όπου μπορούν να αποκολληθούν και να φτάσουν έως τον εγκέφαλο όπου προκαλούν ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Για να αποτραπεί αυτός ο κίνδυνος οι ασθενείς πρέπει να παίρνουν αντιπηκτικά φάρμακα. Ωστόσο πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι πολλοί ασθενείς δεν παίρνουν αυτά τα φάρμακα, επειδή φέρουν κίνδυνο αιμορραγίας στη γαστρεντερική οδό ή και στον εγκέφαλο και μερικοί γιατροί και ασθενείς φοβούνται αναίτια περισσότερο την αιμορραγία από την θρόμβωση, η οποία είναι πολύ συχνότερη.

Η νέα έρευνα έγινε σε περισσότερους από 94.000 ασθενείς με ισχαιμικό εγκεφαλικό και ιστορικό κολπικής μαρμαρυγής και έδειξε ότι το 84% από αυτούς δεν ακολουθούσαν τη συνιστώμενη φαρμακευτική αγωγή.  

Έτσι, άλλοι από αυτούς δεν έπαιρναν καθόλου αντιπηκτικά φάρμακα, άλλοι έπαιρναν αλλά σε τόσο μικρή δόση ώστε δεν ήταν αρκετή για να αποφευχθεί η θρόμβωση, και κάποιοι έπαιρναν μόνο ασπιρίνη. Ωστόσο η ασπιρίνη δεν είναι αποτελεσματική για την πρόληψη των εγκεφαλικών λόγω κολπικής μαρμαρυγής, λένε οι ερευνητές.

"Παρότι η αντιπηκτική αγωγή δεν ενδείκνυται σε ανθρώπους που έχουν μεγάλη πιθανότητα να υποστούν εσωτερική αιμορραγία ή να έχουν πτώσεις οι οποίες ενέχουν κίνδυνο τραυματισμού και αιμορραγίας, διαπιστώσαμε ότι τα δύο τρίτα των ασθενών που δεν έπαιρναν αρκετά αντιπηκτικά φάρμακα, δεν είχαν ιατρικό λόγο γι’ αυτό" εξήγησε ο Dr. Xian.

Η νέα έρευνα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Journal of the American Medical Association.

Πηγές: Journal of the American Medical Association