Συμπληρώματα βιταμίνης D από καιρό θεωρούνται τρόπος βελτίωσης της υγείας των οστών και εκτιμάται ότι πιθανόν προστατεύουν από την οστεοπόρωση τους ηλικιωμένους.

Νέα έρευνα, αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί για οφέλη από τα συγκεκριμένα συμπληρώματα δεν είναι ισχυροί.

Επισκόπηση δημοσιευμένων ερευνών ανακάλυψε ότι η λήψη είτε υψηλής είτε χαμηλής δόσης συμπληρωμάτων βιταμίνης D δεν εμπόδιζε τα κατάγματα ή τις πτώσεις ούτε βελτίωνε την οστική πυκνότητα.

Η βιταμίνη D περιέχεται σε πολύ λίγες τροφές. Μια από τις μεγαλύτερές πηγές είναι η έκθεση στο φως του ήλιου.

Η Dr. Alison Avenell, του University of Aberdeen στη Σκοτία, σημείωσε ότι η χρήση συμπληρωμάτων βιταμίνης D είναι πολύ συχνή ιδιαίτερα στη Βόρειο Αμερική όπου μέχρι το 40% των ηλικιωμένων τις λαμβάνει.

Πρόσθεσε, ότι οι περισσότεροι ενήλικες δεν χρειάζεται να λαμβάνουν συμπληρώματα βιταμίνης D αν και δεν είναι πιθανό να βλάψουν αν λαμβάνονται αυτά σε χαμηλές δόσεις.

Τα συμπληρώματα βιταμίνης D προλαμβάνουν σπάνιες νόσους, όπως η οστεομαλακία στους ενηλίκους.

Στους ανθρώπους που κινδυνεύουν να έχουν έλλειψη περιλαμβάνονται όσοι δεν εκτίθενται στον ήλιο.

Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι η βιταμίνη D βοηθά στην πρόληψη του καρκίνου ή της καρδιοπάθειας.

Η Avenell δήλωσε ότι η διατήρηση της ισχύος των οστών αφορά το να  είναι κάποιος δραστήριος, να μην καπνίζει, να μην είναι πολύ αδύνατος και να λαμβάνει φάρμακα για την οστεοπόρωση.

Με βάση τα νέα ευρήματα, η Avenell πιστεύει ότι οδηγίες που συνιστούν συμπληρώματα βιταμίνης D για την υγεία των οστών θα πρέπει να αλλάξουν.

Για τη νέα μελέτη, η Avenell και οι συνεργάτες της επισκόπησαν 81 έρευνες οι περισσότερες εκ των οποίων αφορούσαν τη βιταμίνη D μόνη και όχι σε συνδυασμό με το ασβέστιο.

Η Avenell δήλωσε ότι τα συμπληρώματα ασβεστίου μόνα έχουν ελάχιστη επίδραση στην οστική πυκνότητα και στα κατάγματα και ενδεχομένως μπορεί να αυξάνουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Η μόνη ένδειξη ότι το ασβέστιο και η βιταμίνη D μαζί εμποδίζουν  τα κατάγματα προέρχεται από δοκιμή σε ηλικιωμένους με πολύ χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D σε ιδρύματα. Ωστόσο, μπορεί ενδεχομένως να αυξήσουν τον κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου.

Επίσης οι περισσότερες από τις έρευνες της επισκόπησης περιλάμβαναν γυναίκες 65 ετών και άνω που έλαβαν περισσότερες από 800 διεθνείς μονάδες βιταμίνης καθημερινά.

Η νέα έρευνα δεν ανακάλυψε αξιομνημόνευτη επίδραση της συμπλήρωσης με βιταμίνη D όσον αφορά τη μείωση καταγμάτων, πτώσεων ή καταγμάτων ισχίου.

Αυτού του είδους η έρευνα, μετα- ανάλυση, προσπαθεί να βρει κοινά στοιχεία σε προηγούμενες έρευνες.

Ωστόσο, περιορίζεται από διαφορές στις μεθόδους και συμπεράσματα των διαφορετικών ερευνών που αναλύθηκαν από ερευνητές, επομένως τα ευρήματα μπορεί να μην είναι σταθερά σε όλο το φάσμα.

Ο Duffy MacKay, του Council for Responsible Nutrition, δήλωσε ότι υπάρχουν ενδείξεις ότι η συγκεκριμένη βιταμίνη είναι πολύ βοηθητική, ιδιαίτερα όταν κάποιος έχει χαμηλά επίπεδα.

Σημείωσε ότι πάνω από το 94% του πληθυσμού των ΗΠΑ έχει πολύ χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D. Οι περισσότεροι Αμερικανοί δεν λαμβάνουν αρκετή βιταμίνη  D ώστε να πληρούν τις ανάγκες και τα συμπληρώματα μπορούν να γεμίσουν κενό αλλά αν τα επίπεδα είναι επαρκή δεν χρειάζονται συμπληρώματα, σημείωσε.

Πρόσθεσε, ότι το όφελος των κατάλληλων επιπέδων βιταμίνης φαίνεται στη διάρκεια της ζωής και δεν μπορεί να κριθεί από βραχυπρόθεσμες έρευνες που εστιάζουν σε συγκεκριμένο όφελος.

Η Dr. Minisha Sood, του Lenox Hill Hospital στη Νέα Υόρκη, δήλωσε ότι η νέα έρευνα θα πρέπει να πείσει τους γιατρούς ότι συμπληρώματα βιταμίνης D δεν έχουν ρόλο στη διατήρηση υγιών οστών αλλά έχουν άλλα οφέλη.

Προηγούμενη έρευνα, υποδεικνύει ότι η βιταμίνη D, όταν λαμβάνεται μαζί με ασβέστιο μπορεί ενδεχομένως να εμποδίσει ορισμένα είδη καρκίνου και να προστατεύσει από νοητική έκπτωση και προβλήματα μνήμης που προκύπτουν από το πέρασμα του χρόνου.

Ο Sood δήλωσε ότι σημαντικό είναι να θυμόμαστε ότι όσοι είχαν χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D δεν αντιπροσωπεύονταν στη μετα-ανάλυση και η συμπλήρωση παραμένει αναγκαία για όσους έχουν χαμηλά επίπεδα, άσχετα από ηλικία.

Τα ευρήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό The Lancet Diabetes and Endocrinology.