Λειτουργικά αλλά και ψυχολογικά είναι τα προβλήματα που βιώνουν οι ασθενείς με εφιππιοειδή μύτη, μια παραμόρφωση της ράχης της μύτης. Η δυσκολία στην αναπνοή αλλά και η χαμηλή αυτοπεποίθηση και αυτοεκτίμηση είναι μόνο μερικές από τις επιπτώσεις της συγκεκριμένης δυσμορφίας, οπότε η λήψη της απόφασης για χειρουργική αποκατάσταση, η οποία αποτελεί και τη μόνη αποτελεσματική επιλογή, είναι σε αρκετές περιπτώσεις και αναπόφευκτη. 

«Αυτή η παραμόρφωση αφορά σε απώλεια προβολής της χόνδρινης ή/ και της οστικής δομής της ράχης της μύτης, οπότε η εικόνα που παρουσιάζει μοιάζει με σέλα. Η κατάρρευσή της, που προκαλεί την κύρτωση, οφείλεται σε αφαίρεση ή εξασθένιση του χόνδρου του διαφράγματος, αφήνοντας ελάχιστο υλικό για τη στήριξη της μύτης. Οι αιτίες έχουν αλλάξει με την πάροδο των ετών: οι μολυσματικές και τοξικές έχουν γίνει λιγότερο συχνές, ενώ τα τραύματα και οι αποτυχημένες ρινοπλαστικές αντιπροσωπεύουν πλέον τους κύριους λόγους αυτών των παραμορφώσεων», μας εξηγεί ο πλαστικός χειρουργός προσώπου - ΩΡΛ Δρ. Γεώργιος Μοιρέας.

«Τα τραύματα μπορεί να προκληθούν από αυτοκινητιστικά ή αθλητικά ατυχήματα, αλλά και από διαπληκτισμούς. Συχνά η παραμόρφωση προκύπτει από την ύπαρξη ενός αιματώματος που μολύνεται λόγω έλλειψης θεραπευτικής αγωγής. Το προκύπτον διαφραγματικό απόστημα, προκαλεί νέκρωση και απορρόφηση (resorption) του χόνδρινου  διαφράγματος και στη συνέχεια παραμόρφωση της μύτης  με το πέρασμα  του χρόνου. Εν τω μεταξύ, θραύσματα χόνδρου μπορεί να μετατοπισθούν και να εξασθενήσουν τις μηχανικές ιδιότητες του διαφραγματικού χόνδρου ή μπορεί να προκαλέσουν απότομη, γωνιακή απόκλιση διαφράγματος ή εγκάρσια απόκλιση. Μπορεί επίσης να προκύψει από την υπερβολική αφαίρεση του διαφραγματικού χόνδρου σε μια ρινοπλαστική», προσθέτει.

Πολύ σπάνια μπορεί να προκύψει από λοιμώξεις, όπως είναι η λέπρα και η σύφιλη και από ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις καταστάσεις, όπως είναι η κοκκιωμάτωση με πολυαγγείωση (παλαιότερα γνωστή ως κοκκιωμάτωση Wegener), η υποτροπιάζουσα πολυχονδρίτιδα και η σαρκοείδωση. Επίσης, η εφιππιοειδής μύτη μπορεί να σχετίζεται με νεοπλασματικές καταστάσεις και με ακτινοβολία και με πρωτοπαθή ατροφική ρινοκολπίτιδα. Άλλη μια ολοένα και συχνότερη αιτία είναι η  χρήση κοκαΐνης, η οποία βλάπτει τον ρινικό χόνδρο.

Ο ασθενής έχει μια αίσθηση πλατιάς μύτης όταν παρατηρεί το πρόσωπό του από μπροστά και μια πολύ χαμηλή έως και ανύπαρκτη ράχη όταν κοιτάζει το προφίλ του.

Αναλόγως της αιτίας που προκάλεσε την παραμόρφωση ο ασθενής μπορεί να παρουσιάσει συμπτώματα. Όταν οφείλεται σε κοκκιωμάτωση με πολυαγγείωση, οι ασθενείς παρουσιάζουν προσωπαλγία, υποτροπιάζουσα επίσταξη, επεισοδιακή ανοσμία, ρινική διαπύηση και ρινική κρούστα, ενώ οι ασθενείς με συστημικές αιτίες (π.χ. αγγειίτιδες) μπορεί να παρουσιάσουν απώλεια βάρους και πυρετό.

«Η εφιππιοειδής μύτη αποτελεί μια πολύ συχνή παραμόρφωση που παρατηρείται στη ρινοπλαστική πρακτική. Είναι ένα κλασικό, αλλά απαιτητικό πρόβλημα στη ρινική ανακατασκευή, που απαιτεί λεπτομερή ανάλυση των κλινικών σημείων προκειμένου να εντοπιστούν όλες οι παραμορφώσεις και δυσλειτουργίες. Η διόρθωσή της πρέπει να προσαρμόζεται στη σοβαρότητα της κάθε περίπτωσης, αντί να χρησιμοποιείται μία μόνο τεχνική για όλες τις περιπτώσεις. Αν και έχουν περιγραφεί διάφορες κατηγοριοποιήσεις, καμία δεν έχει γίνει παγκοσμίως αποδεκτή. Γενικά, οι εφιππιοειδείς μύτες μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες: Η πρώτη περιλαμβάνει ασθενείς χωρίς αναπνευστική επιβάρυνση και συνήθως ήπια παραμόρφωση. Αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν με ραχιαία αύξηση για να καλύψουν την παραμόρφωση. Τα μοσχεύματα αποτελούνται από αυτομοσχεύματα, όπως μόσχευμα κροταφικής περιτονίας, διαφραγματικό χόνδρο και  ωτικό χόνδρο τα οποία κατά περίπτωση χρησιμοποιούνται σε μεγαλύτερα ή μικρότερα κομμάτια καθώς και σε διάφορους συνδυασμούς.

Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει ασθενείς με σοβαρή παραμόρφωση και αναπνευστική επιβάρυνση, που συνήθως σχετίζονται με ελλιπή μηχανισμό στήριξης του κεντρικού τμήματος της μύτης. Απαιτείται ανακατασκευή του οστέινου και χόνδρινου θόλου προκειμένου να οδηγηθούμε σε μια νέα οστεοχόνδρινη συμπαγή κατασκευή η οποία θα ενώνει το κεφαλικό με το ουραίο μέρος της μύτης ομαλά και σταθερά. Αυτό εξασφαλίζεται με τη χρήση μοσχευμάτων από το ρινικό διάφραγμα, το ένα ή και τα δύο αυτιά, καθώς και από πλευρικό χόνδρο, ενώ για αισθητικούς λόγους στο τελικό ραφινάρισμα μπορούν να χρησιμοποιηθούν επεξεργασμένοι χόνδροι και περιτονίες», διευκρινίζει. Τα αλλοπλαστικά μοσχεύματα χρησιμοποιούνται από ολοένα και λιγότερους χειρουργούς παγκοσμίως ως η έσχατη λύση.

Προεγχειρητικά, πέρα από τις αισθητικές αξιολογήσεις, θα πρέπει να ερευνηθούν οι λειτουργικές διαταραχές που έχουν προκύψει, όπως για παράδειγμα η στένωση της ρινικής βαλβίδας. Η επίδειξη στον χειρουργό φωτογραφιών πριν από τον τραυματισμό είναι χρήσιμη, προκειμένου να υπάρξει ένα σημείο αναφοράς. Αλλά, είναι σημαντικό να εξηγηθεί στον ασθενή ότι η λειτουργική βλάβη θα πρέπει να έχει προτεραιότητα στη χειρουργική αποκατάσταση. Αυτό δε σημαίνει ότι οποιαδήποτε αισθητικά ζητήματα που πιθανόν να έχει ο ασθενής, δεν μπορούν να διορθωθούν. Οι ανησυχίες και οι επιθυμίες του ασθενή, αλλά και οι δυνατότητες θα πρέπει να συζητούνται σε βάθος μεταξύ ασθενή και χειρουργού.

«Η διαχείριση της μετατραυματικής εφιππιοειδούς μύτης αποτελεί πρόκληση και ασφαλώς είναι αντικείμενο αποκλειστικά έμπειρων ρινοπλαστικών οι οποίοι είναι σε θέση να εκτιμήσουν και να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα. Η προσεκτική προεγχειρητική αξιολόγηση του ασθενούς και η λεπτομερής κατανόηση των υποκείμενων ανατομικών αιτιών της παραμόρφωσης είναι σημαντικές για τον χειρουργικό σχεδιασμό. Παρά το γεγονός ότι υπάρχουν τέτοιου είδους προβλήματα θα πρέπει να τονιστεί ότι η ρινοπλαστική είναι μια πολύ ασφαλής και αποτελεσματική χειρουργική επέμβαση και ένας έμπειρος ρινοπλαστικός μπορεί να δημιουργήσει εξαιρετικά καλαίσθητα αποτελέσματα και να απαλλάξει τον ασθενή τόσο από τα αισθητικά όσο και από τα λειτουργικά προβλήματα», καταλήγει ο Δρ. Γεώργιος Μοιρέας.