Περιορισμένα είναι τα επιστημονικά δεδομένα για την αποτελεσματικότητα των εμβολίων κατά των παραλλαγών του κορωνοϊού.

Από τα υπάρχοντα στοιχεία (έως τις 10 Φεβρουαρίου), η αποτελεσματικότητα κατά του βρετανικού στελέχους κυμαίνεται από 74,6% (AstraZeneca) έως 89,3% (Novavax). Για τα υπόλοιπα εμβόλια, δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί σχετικές μελέτες.

Η αποτελεσματικότητα κατά του νοτιοαφρικανικού στελέχους του ιού κυμαίνεται από 49,4% (Novavax) έως 57% (Johnson & Johnson), ενώ δημοσίευμα σε εφημερίδα παρουσίασε αποτελεσματικότητα της τάξης του 10% από το εμβόλιο της AstraZeneca.

Τα παραπάνω περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, στην πρόσφατη έκθεση για την αξιολόγηση κινδύνου για τον νέο κορωνοϊό, που εκδίδει τακτικά το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ειδικών Νοσημάτων (ECDC).

Ο πίνακας που ακολουθεί, περιλαμβάνει την αποτελεσματικότητα κάθε εμβολίου σε κάθε στέλεχος του ιού, που θεωρείται επιδημιολογικά άξιο λόγου. 

 Αποτελεσματικότητα εμβολίων ανά τύπο μετάλλαξης (ECDC)
ΕΜΒΟΛΙΟ  Χωρίς μετάλλαξη Ηνωμένου Βασιλείου Νότιας Αφρικής Βραζιλίας
Pfizer/BioNTech        
Αποτελεσματικότητα 95% συνολικά - - -
Αποτελεσματικότητα βάσει μελετών 51,4%, έπειτα από την 1η δόση - - -
Moderna        
Αποτελεσματικότητα 94,1% συνολικά - - -
Αποτελεσματικότητα βάσει μελετών - - - -
Οξφόρδης/AstraZeneca        
Αποτελεσματικότητα 59,5% συνολικά 74,6%   -
Αποτελεσματικότητα βάσει μελετών - - -* -
Johnson & Johnson        
Αποτελεσματικότητα 66% συνολικά - 57% -
Αποτελεσματικότητα βάσει μελετών - - - -
Novavax        
Αποτελεσματικότητα 95,6% συνολικά 89,3% 49,4% -
Αποτελεσματικότητα βάσει μελετών - - - -

* Με βάση δημοσίευμα σε εφημερίδα, έδειξε 10% αποτελεσματικότητα σε ήπια έως μέτρια μόλυνση.

Αποτελεσματικότητα

Η αποτελεσματικότητα παρουσιάζεται σε δύο σειρές. Στην πρώτη, παρατίθενται τα στοιχεία που προέκυψαν από τις κλινικές μελέτες και στη δεύτερη δεδομένα από τη χορήγησή τους στον γενικό πληθυσμό.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, υπάρχει διαφορά μεταξύ του ενός σταδίου και του άλλου. Οι αρχικές κλινικές μελέτες είναι πολύ καλά σχεδιασμένες και τα αποτελέσματά τους δεν προκύπτουν στην πραγματική ζωή.

Όταν τα εμβόλια χορηγούνται μαζικά στον πληθυσμό, μία σειρά από παράγοντες περιορίζουν το αρχικό αποτέλεσμα. Μεταξύ αυτών, περιλαμβάνεται το εάν ο εμβολιασθείς λαμβάνει παράλληλα άλλα φάρμακα και το αν πάσχει από υποκείμενα νοσήματα, ενώ σημαντικά δεδομένα είναι η ηλικία του, ο τρόπος αποθήκευσης και χορήγησης του εμβολίου.

Οι επιστήμονες σημειώνουν πως - για να είναι αποτελεσματικό ένα εμβόλιο - δεν απαιτούνται απαραίτητα ποσοστά αποτελεσματικότητας 90%. Ενδεικτικό είναι πως το εμβόλιο της γρίπης είναι αποτελεσματικό κατά 60%, αλλά σώζει ετησίως πολλές ζωές. 

Οι συντάκτες της έκθεσης του ECDC επισημαίνουν πως - όσο ο εμβολιασμός του γενικού πληθυσμού προχωρεί - γίνονται διαθέσιμα όλο και περισσότερες στοιχεία για την επίδραση του εμβολίου στη μετάδοση της CoViD-19.

Δεν υπάρχουν, ωστόσο, στην παρούσα φάση διαθέσιμα στοιχεία για το κατά πόσο ένα άτομο που έχει εμβολιαστεί με οποιοδήποτε από τα διαθέσιμα εμβόλια (συμπεριλαμβανομένων εκείνων που έχουν λάβει άδεια στην ΕΕ) δεν μπορεί να μεταδώσει τον ιό σε ευάλωτα άτομα.

Μεταδοτικότητα

Ενδιαφέρον έχουν τα στοιχεία που παραθέτουν για τη μεταδοτικότητα κάθε μεταλλαγμένου στελέχους του κορωνοϊού. Η εικόνα ανά παραλλαγή του ιού είναι η εξής:

Βρετανικό στέλεχος (Β.1.1.7): Μελέτες στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν δείξει πως το συγκεκριμένο στέλεχος είναι κατά 56% πιο μεταδοτικό, ενώ η σχέση θανάτων σε όσους έχουν μολυνθεί από αυτό, σε σύγκριση με το μη μεταλλαγμένο στέλεχος, είναι 1,65 προς 1. Η αυξημένη μεταδοτικότητα οδηγεί σε μεγαλύτερο απόλυτο αριθμό λοιμώξεων, αυξάνοντας έτσι τον αριθμό των σοβαρών περιπτώσεων.

Νοτιοαφρικανικό στέλεχος (Β.1.351): Προκαταρκτικές μελέτες δείχνουν πως είναι κατά 50% πιο μεταδοτικό από τα στελέχη που κυκλοφορούσαν πριν από αυτό στη Νότια Αφρική. Δεν είναι ακόμη βέβαιο το εάν προκαλεί βαρύτερη νόσο.

Βραζιλιάνικο στέλεχος (P.1): Δεν υπάρχουν, προς το παρόν, μικροβιολογικά ή επιδημιολογικά δεδομένα, από τα οποία να προκύπτει πως διαφέρει στη μεταδοτικότητα από τα άλλα στελέχη. Εκτιμάται, ωστόσο, πως είναι πιο μεταδοτικό, ενώ δεν είναι διαθέσιμα στοιχεία για το εάν προκαλεί βαρύτερη νόσηση.