Ένας στους δύο Έλληνες καταναλώνουν λιγότερα λαχανικά και φρούτα σε σχέση με τους άλλους λαούς της Ευρώπης.

Παρά την αφθονία τους στην ελληνική αγορά και τις ευεργετικές επιδράσεις τους στην υγεία, μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού τούς γυρίζει την πλάτη (ίσως για οικονομικούς λόγους), όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Eurostat για το 2017.

Συγκεκριμένα, μόνο το 51% των Ελλήνων καταναλώνουν φρούτα σε καθημερινή βάση (μέσο ευρωπαϊκό ποσοστό 64%) και το 60% λαχανικά (μέσο ποσοστό στην Ευρώπη 64%).

Σύμφωνα με τους συντάκτες της σχετικής έκθεσης, ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους καταναλώνουν φρούτα τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα και το 37% τουλάχιστον μία φορά.

Οι χώρες με την υψηλότερη κατανάλωση είναι η Ιταλία (85%) και η Πορτογαλία (81%). Στον αντίποδα, τρεις ευρωπαϊκές χώρες έχουν κατανάλωση κάτω από 40%: η Λετονία (35%), η Βουλγαρία και η Λιθουανία με 37%.

Ως προς τα λαχανικά, η Ιρλανδία και το Βέλγιο εμφανίζουν τις υψηλότερες καταναλώσεις, με το 84% των δύο λαών να τρώνε τουλάχιστον μία φορά την ημέρα, με τρεις χώρες να έχουν ποσοστό κάτω από 50%: η Ουγγαρία (30%), η Ρουμανία (41%), η Λετονία (44%), Λιθουανία και η Βουλγαρία (45%).

Σύσταση

Οι επιστήμονες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) υπογραμμίζουν πως τα φρούτα και τα λαχανικά είναι σημαντικά συστατικά μίας υγιεινής διατροφής. Η μειωμένη κατανάλωση συνδέεται με κακή υγεία και αυξημένο κίνδυνο ασθενειών, όπως τα καρδιαγγειακά νοσήματα και ο καρκίνος.

Σε συνδυασμό με μία υγιεινή δίαιτα χαμηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά, σάκχαρα και αλάτι, τα φρούτα και τα λαχανικά μπορούν να βοηθήσουν στην αποτροπή της αύξησης του σωματικού βάρους και στη μείωση του κινδύνου παχυσαρκίας, που αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα κινδύνου.

Επιπλέον, είναι πλούσιες πηγές βιταμινών και μετάλλων, ινών και πολλών άλλων ωφέλιμων συστατικών, όπως οι φυτικές στερόλες, τα φλαβονοειδή και τα αντιοξειδωτικά.

Οι ειδικοί του ΠΟΥ προτείνουν κατανάλωση πάνω από 400 γραμμάρια ημερησίως, για τη βελτίωση της συνολικής υγείας και τη μείωση του κινδύνου καρδιαγγειακών και καρκίνου.

Μελέτες δείχνουν πως υπάρχει κατά 17% μικρότερος κίνδυνος ανάπτυξης στεφανιαίας νόσου με την πρόσληψη άνω των 5 μερίδων την ημέρα, σε σχέση με 5 μερίδες την ημέρα.

Περιέχουν ένα μεγάλο ποσοστό διαλυτών διαιτητικών ινών και συγκεκριμένα πηκτίνη η οποία αποτελεί το 1% του συνολικού βάρους. Οι διαλυτές αυτές ίνες έχουν την ιδιότητα να δεσμεύουν το διατροφικό λίπος, να το συμπαρασύρουν και εν τέλει να το αποβάλλουν από τον οργανισμό.

Χοληστερόλη

Η δράση τους αυτή έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των επιπέδων χοληστερόλης πλάσματος.

Πλούσια σε φυτικές ίνες είναι τα μήλα με τη φλούδα, τα αποξηραμένα δαμάσκηνα, οι αγκινάρες και ο αρακάς. Η ημερήσια πρόσληψη φυτικών ινών για τους ενήλικες προτείνει να ανέρχεται στα 25 γραμμάρια ανά ημέρα.

Πολύ σημαντική καρδιοπροστατευτική δράση παρέχουν τα αντιοξειδωτικά και συγκεκριμένα η βιταμίνη C, E και τα καροτενοειδή τα οποία βρίσκονται στα φρούτα και λαχανικά.

Πλούσια σε αντιοξειδωτικά είναι τα εσπεριδοειδή, τα ακτινίδια, το μωβ λάχανο, η τομάτα, η πιπεριά και το μπρόκολο.

Αξιοσημείωτες ποσότητες φλαβονοειδών περιέχουν τα άγρια χόρτα, τα αχλάδια, τα γκέιπ φρουτ, τα μήλα και τα σταφύλια.