Γράφει ο Πατίκας Δημήτρης, Διαιτολόγος- Διατροφολόγος

Το οξυγόνο μέσα στον οργανισμό μας έχει την ικανότητα να παράγει, παράλληλα με την ενέργεια, κάποιες ενώσεις που αντιδρούν πολύ εύκολα με σημαντικά δομικά συστατικά των κυττάρων, προκαλώντας βλάβη.

Αυτές τις ενώσεις που ονομάζονται οξειδωτικές ή ελεύθερες ρίζες, ο οργανισμός μας τις 'εξουδετερώνει' με τα αντιοξειδωτικά. Κάποια αντιοξειδωτικά τα παραλαμβάνουμε αυτούσια από τη διατροφή και κάποια άλλα τα παράγει ο οργανισμός ενδογενώς.

Το σελήνιο, αποτελεί συστατικό ειδικών πρωτεϊνών που παράγει ο οργανισμός κυρίως για την παροχή αντιοξειδωτικής προστασίας.

Στη δεκαετία του 1980 ανακαλύφθηκε ότι συγκεκριμένες αλληλουχίες του DNA είναι δυνατό να εκφράσουν πρωτεΐνες που περιέχουν σελήνιο, τις σεληνοπρωτεΐνες. Αποτελεί το μοναδικό μεταλλικό θρεπτικό συστατικό που εκφράζεται απευθείας από το DNA.

Οι σεληνοπρωτεΐνες που έχουν ανακαλυφθεί στον άνθρωπο είναι 25 και κάποιες ανιχνεύονται σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού. Η συνιστώμενη ποσότητα που προτείνεται καθημερινά στους ενηλίκους είναι 55μg (μικρογραμμάρια), ενώ στην κύηση και τον θηλασμό, 60 μg και 70 μg αντίστοιχα.

Ο κύριος μεταφορέας του σεληνίου στη διατροφική αλυσίδα είναι τα φυτά και η ποσότητα είναι ανάλογη με την περιεκτικότητα του συστατικού στο υπέδαφος. Ο άνθρωπος λαμβάνει αυτό το θρεπτικό συστατικό μέσα από τα φυτά αλλά και το κρέας των ζώων που κατανάλωσαν φυτά.

Έτσι, η περιοχή καλλιέργειας των φυτών και σίτισης των ζώων επηρεάζει τη διαθεσιμότητα του σεληνίου στη διατροφή. Τα καρύδια Βραζιλίας είναι γνωστά για την περιεκτικότητά τους σε σελήνιο γιατί μεγαλώνουν σε περιοχή με αρκετό σελήνιο στο υπέδαφος.

Το σιτάρι και τα κρέατα είναι οι διατροφικές πηγές σεληνίου που θεωρούνται οι πιο σημαντικές.

Στον πλανήτη υπάρχουν πολλά επίπεδα πρόσληψης σεληνίου λόγω της διαφορετικής περιεκτικότητας στο υπέδαφος. Η Ευρώπη θεωρείται περιοχή με οριακή επάρκεια και καταναλώσεις 30 - 90 μg/ημέρα, σε αντίθεση με τη βόρεια Αμερική και την Ιαπωνία που είναι υψηλής επάρκειας 100-200 μg/ημέρα.

Σε μελέτη του 2006 βρέθηκε στην Ελλάδα κατανάλωση 39,3 μg/ ημέρα, που σημαίνει ότι βρισκόμαστε λίγο πιο κάτω από τις προτεινόμενες ημερήσιες ανάγκες.

Στην παγκόσμια ερευνητική κοινότητα το σελήνιο ερευνάται ενδελεχώς κυρίως γιατί η έκφραση των σεληνοπρωτεϊνών προέρχεται από το ανθρώπινο γονιδίωμα (κληρονομικότητα) και αυτές συμμετέχουν σε πλήθος βιολογικών λειτουργιών που σχετίζονται με καρδιομεταβολικό κίνδυνο και τον καρκίνο.

Ειδικά στον καρκίνο έχουν ανιχνευτεί συγκεκριμένες σεληνοπρωτεΐνες που προστατεύουν από την παραγωγή όγκων στα πνευμόνια, το λεπτό και το παχύ έντερο.

Το επίπεδο του σεληνίου στον οργανισμό μπορεί να επηρεάσει ένα πλήθος λειτουργιών. Οι πολύ μικρές (200 μg/L) συγκεντρώσεις στο αίμα συνοδεύονται από παθολογικά προβλήματα, ενώ ένα βέλτιστο επίπεδο (~100 μg/L) φαίνεται να προσφέρει τη μέγιστη αντιοξειδωτική ικανότητα των σεληνοπρωτεϊνών.

Από δεδομένα σε ελληνικό πληθυσμό η συγκέντρωση σεληνίου δεν ξεπερνά τα 90 μg/L.

Για να ενισχύσουμε την πρόσληψη σεληνίου θα πρέπει να επιλέξουμε με μέτρο τρόφιμα που προέρχονται από περιοχές με υψηλή περιεκτικότητα σεληνίου, όπως καρύδια Βραζιλίας, σκόρδο Κίνας, μπριζόλα Αμερικής. Το σκόρδο, το κρεμμύδι, το πράσο, το μπρόκολο και το κουνουπίδι, θεωρούνται συσσωρευτές σεληνίου, γιατί δεσμεύουν το σελήνιο σε μια ειδική μορφή με αντικαρκινική δράση.

Σε περιπτώσεις κύησης, γαλουχίας και έντονου στρες θα πρέπει να συμβουλευτείτε τον Διατροφολόγο σας για πιθανή συμπληρωματική χορήγηση.

Πηγές: www.nutrimed.gr