Πάντα η διάγνωση γίνεται από το γιατρό, που παίρνει το ιστορικό και εξετάζει την/τον ασθενή. Η διάγνωση γίνεται και με ακτινογραφίες αλλά όταν φανεί στην ακτινογραφία οστεοπόρωση η απώλεια του οστού είναι μεγάλη και έχει χαθεί πολύτιμος χρόνος.

Η μέτρηση της οστικής μάζας είναι το σημαντικότερο μέσο σε συνδυασμό με τη μέτρηση ειδικών δεικτών οστεοπόρωσης που περιλαμβάνουν εξετάσεις στο αίμα και στα ούρα (ασβέστιο, πρωτεΐνες και ένζυμα των οστών στο αίμα και τα ούρα, κλπ).

Η μέτρηση της οστικής μάζας ή καλύτερα η οστική πυκνομετρία είναι μία απλή εξέταση εκτίμησης της περιεκτικότητας σε άλατα ασβεστίου στο σκελετό μας. Η εξέταση αυτή έχει πλέον παγκόσμια καθιερωθεί σαν ο απλούστερος και ασφαλέστερος τρόπος για την έγκαιρη διάγνωση της οστεοπόρωσης και για το λόγο αυτό είναι εξαιρετικά δημοφιλής.

Με την οστική πυκνομετρία εκτιμάται η παρούσα κατάσταση των οστών και ειδικότερα ο κίνδυνος εμφάνισης οστεοπορωτικών καταγμάτων. Εκτός από άτομα με συγκεκριμένα νοσήματα (π.χ. λήψη κορτιζόνης) η οστική μέτρηση είναι ιδιαίτερα ωφέλιμο να γίνεται σε όλες τις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, ειδικότερα σε αυτές που πρόκειται να αρχίσουν θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης.

Τα μηχανήματα αυτά ευρίσκονται σε Δημόσια Νοσοκομεία αλλά κυρίως σε ιδιωτικά εργαστήρια. Η μέτρηση συνταγογραφείται από ειδικούς γιατρούς και εγκρίνεται από τα ασφαλιστικά ταμεία.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) έχει διαμορφώσει τα ακόλουθα κριτήρια διάγνωσης της οστεοπόρωσης με βάση το Τ-score της μέτρησης οστικής πυκνότητας (BMD) σε οποιοδήποτε σημείο του σκελετού. Η εξέταση θεωρείται φυσιολογική αν το T-score είναι μεγαλύτερο του -1 δηλαδή για παράδειγμα -0,5 ή 1.

Από το -1 έως το -2,5 το αποτέλεσμα της εξέτασης χαρακτηρίζεται ως οστεοπενία, δηλαδή το σκαλοπάτι πριν την οστεοπόρωση, και από -2,5 και κάτω π.χ. -3,ή -3,5 κτλ. είναι οστεοπόρωση.

Ποιοι πρέπει να ελέγχουν την οστική τους μάζα;

  • Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες κάτω των 65 ετών που έχουν έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου (εκτός της εμμηνόπαυσης) που αναφέρθηκαν .
  • Γυναίκες μεγαλύτερες των 65 ετών ανεξάρτητα από παράγοντες κινδύνου.
  • Ηλικιωμένοι άνδρες
  • Μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες που παρουσίασαν κάταγμα
  • Γυναίκες υπό μακροχρόνια θεραπεία (ή θεραπεία υψηλών δόσεων) με κορτιζόνη
  • Πριν την έναρξη, ή για την τροποποίηση της θεραπείας για οστεοπόρωση