Θόρυβος είναι οι αλλαγές της πίεσης του αέρα, οι οποίες δια μέσου των αυτιών μεταφέρονται στον εγκέφαλο. Η πίεση μετράται σε Pascals (Pa). Το κατώφλιο για την ανθρώπινη ακοή είναι περίπου 0,00002 Pa. Η ένταση του θορύβου εκφράζεται με το τετράγωνο της πίεσης του ήχου. (Watt ανά τετραγωνικό μέτρο W/m2). Η μικρότερη ακουστή ένταση είναι περίπου 10-12 Wm2.

Για πρακτικούς λόγους απαιτείται μια κλίμακα μετατροπής, η οποία να εκφράζει τον θόρυβο και γι' αυτό τον σκοπό χρησιμοποιείται η κλίμακα των decibel (dB). Το dB είναι το 1/10 του bel, το οποίο είναι ο λογάριθμος του πηλίκου δύο ιδιαίτερων εντάσεων ήχου.
Η πίεση είναι ανάλογη της τετραγωνικής ρίζας της έντασης. Ένας ήχος, ο οποίος μετράται σε dB είναι δέκα φορές ο λογάριθμος του τετραγώνου του πηλίκου δύο πιέσεων ήχου.
L = log 10 * I / Ιo
όπου L = το επίπεδο του ήχου σε bels
Io = η ένταση αναφοράς (Wm2)
I = η ένταση του υπό εξέταση ήχου (Wm2)
έτσι L = log10 (Ρ)2 / (Po)
L = 20log10 * P / Ρo
όπου L = το επίπεδο του ήχου δε dB
Pο= η πίεση αναφοράς σε pascals (Pa)
P = η υπό εξέταση πίεση σε Pa

Με αφετηρία την πίεση αναφοράς υπάρχουν τουλάχιστον τρεις κλίμακες dB:
Πρώτον, αν η πίεση αναφοράς λαμβάνεται ότι είναι 20 μPa, τότε ένα επίπεδο θορύβου π.χ. 95 dB θα εκφράζεται ως 95 dB SPL (Sound Pressure Level, επίπεδο πίεσης θορύβου). Η χρησιμοποίηση αυτής της ιδιαίτερης κλίμακας είναι κατάλληλη και για τη μέτρηση του βιομηχανικού θορύβου.
Στην πράξη ο βιομηχανικός θόρυβος μετράται με όργανο μέτρησης του θορύβου, π.χ. επίπεδα θορύβου, τα οποία εκφράζονται ως dB(A) και δίνουν μια ανταπόκριση συχνότητας στο όργανο, η οποία είναι περίπου ίδια με εκείνου του ανθρώπινου αυτιού.
Δεύτερον, στην ακοομέτρηση η πίεση αναφοράς εξαρτάται από τη συχνότητα, όπως η πίεση ασθενούς θορύβου, ο οποίος ακούγεται από υγιή νεαρά άτομα στην υπό εξέταση συχνότητα. Για να αποφεύγεται η αναφορά της πίεσης σε κάθε συχνότητα τα ακοομετρικά επίπεδα θορύβου αναφέρονται ως 45 dB ΗΤL ως (Hearing Threshold Level, επίπεδο ακοής κατωφλίου).
Η τρίτη κλίμακα των dB είναι εκείνη, η οποία αναφέρει επίπεδα ήχου στο κατώφλιο ακοής ενός ορισμένου ατόμου σε δεδομένη συχνότητα. Αυτή είναι η κλίμακα του επιπέδου αίσθησης SL (Sensation Level). Έτσι όταν ένα άτομο έχει μειωμένη ακοή με ένα κατώφλιο ακοής στη συχνότητα των 45 dB HTL, ένας τόνος ο οποίος είναι 25 dB πάνω από αυτό το κατώφλιο π.χ. 70 dB HTL, λέγεται ότι είναι στο επίπεδο των 25 dB SL γι' αυτό το άτομο.

Τυπικές εντάσεις ήχου
 
Πίεση (Pa)
Decibel (dB)
Κατώφλιο ακοής 0.00002 0
Ήσυχο γραφείο 0.002 40
Θόρυβος από ξυπνητήρι σε απόσταση 1 μ. 0.2 80
Μηχανοστάσιο πλοίου 20 120
Μηχανή turbo - jet στα25 μ. 200 140

Όταν δύο διαφορετικοί ήχοι μεταφέρονται από τον αέρα ταυτόχρονα, η συνολική του ένταση δεν είναι το αριθμητικό άθροισμα του επιπέδου των dB κάθε ήχου ξεχωριστά. Ο υπολογισμός γίνεται βάσει του διαγράμματος, επειδή η κλίμακα των dB είναι λογαριθμική.
Οι βλαπτικές επιπτώσεις του θορύβου εξαρτώνται από την ένταση (dB), τη συχνότητα (Hz) και τη διάρκεια της έκθεσης.

Το όργανο της ακοής του ανθρώπου δεν είναι επαρκώς εξοπλισμένο με μέσα που να το προστατεύουν από τις βλαβερές συνέπειες του θορύβου. Ένας ξαφνικός ισχυρός θόρυβος ακολουθείται από αντανακλαστική σύσπαση των μυών του μέσου αυτιού, η οποία μπορεί να οριοθετήσει το σύνολο της ενέργειας του ήχου που μεταφέρεται στο έσω αυτί. Τέτοιες καταστάσεις, όσον αφορά την επαγγελματική έκθεση είναι σπάνιες.

Η μεταφορά της ενέργειας του ήχου όταν είναι μακροχρόνια και έντονη θα καταστρέψει το όργανο του corti και θα οδηγήσει σε μόνιμη κώφωση.
Η πιο χαμηλή συχνότητα ήχου, η οποία μπορεί να γίνει αντιληπτή από το ανθρώπινο αυτί είναι περίπου 20 Hz και η πιο υψηλή για νέα άτομα είναι πάνω από 18 Khz. Με την πάροδο του χρόνου η ακοή γίνεται λιγότερο ευαίσθητη στις υψηλές συχνότητες. Ο διπλασιασμός της συχνότητας ανεβάζει τον τόνο μιας νότας, κατά μία οκτάβα. Το αυτί είναι περισσότερο δεκτικό για ήχους μεταξύ 500 Hz και 4 K Hz, από τους οποίους η συχνότητα μεταξύ 500 Hz - 2 KZHz είναι το πλάτος της συχνότητας ομιλίας.
Για ευκολία συνηθίζεται να διαιρούνται οι ήχοι σε δέσμες από οκτάβες και να χρησιμοποιείται ένα όργανο μέτρησης, το οποίο εκτιμά τις εντάσεις από όλες τις νότες μεταξύ των οκτάβων και τις εκφράζει ως μια μέσης έντασης οκτάβα. Τα 80 dB (A) είναι το όριο ασφαλείας, μέχρι το οποίο ένα εργαζόμενο άτομο μπορεί να είναι εκτεθειμένο καθόλη τη διάρκεια της εργασίας του χωρίς να κινδυνεύει να πάθει επαγγελματική βαρηκοία.

Επειδή το dB είναι μονάδα μέτρησης λογαριθμικής κλίμακας, για κάθε αύξηση της έντασης του ήχου κατά 3 dB, η ηχητική ενέργεια που δέχεται το αυτί είναι διπλάσια.
Η ένταση του θορύβου κατά τη διάρκεια της περιόδου εργασίας δεν είναι σταθερή αλλά εμφανίζει διακυμάνσεις. Για τη μέτρηση λοιπόν χρησιμοποιείται η μονάδα Leq, η οποία εκτιμά ένα ισοδύναμο επίπεδο θορύβου, που δίνει το ίδιο σύνολο ενέργειας ήχου, όπως ο διακυμαινόμενος ήχος.
Η βαρηκοΐα που οφείλεται στον θόρυβο διαφέρει από την πρεσβυακουσία γιατί επικεντρώνεται στην ικανότητα του αυτιού να ακούει ήχους γύρω από τα 4 Hz, το αμέσως ανώτερο επίπεδο από εκείνο της ομιλίας.

Σε αντίθεση με την πρεσβυακουσία, η βαρηκοία που προκαλείται από θόρυβο δεν βελτιώνεται με τη χρήση ακουστικών. Ο βαθμός απώλειας της ακοής σχετίζεται με το επίπεδο του θορύβου (ένταση) τη συχνότητα και τη διάρκεια της έκθεσης.
Η προστασία της ακοής κατά την εργασία όπου υπάρχει θόρυβος, είναι απαραίτητη και επιτυγχάνεται με πολλούς τρόπους, όπως:
α. Στην πηγή του θορύβου με διάφορες τεχνικές τροποποιήσεις των θορυβογόνων συσκευών.
β. Στη διάδοση του θορύβου με εγκλεισμό μηχανών, τοποθέτηση ειδικών ηχοφραγμάτων, κατασκευή καμπίνων κλπ.
γ. Στην ανθρώπινη ακουστική συσκευή, με τη χρησιμοποίηση ατομικών μέσων προστασίας της ακοής, ωτοασπίδες, προστατευτικά σκέπαστρα των αυτιών (ear-muffs) κλπ.

Για την παρακολούθηση των παραπάνω μέσων χρησιμοποιείται η ακοομέτρηση, η εκτέλεση της οποίας είναι σχετικά εύκολη και μπορεί να γίνεται στο ιατρείο της επιχείρησης. Πριν την εξέταση θα πρέπει να υποβάλλονται ορισμένες ερωτήσεις σχετικές με το ακουστικό ιστορικό του εξεταζόμενου, όπως παθολογία του αυτιού, επαγγελματικό ιστορικό, στρατιωτική υπηρεσία, συνήθειες (hobbies).

Θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι τα άτομα που είναι εκτεθειμένα σε θόρυβο κατά τη διάρκεια της εργασίας τους εμφανίζουν μια παροδική μείωση της ακοής, η οποία επανέρχεται με την απομάκρυνση από την πηγή του θορύβου.
Για τον λόγο αυτό η ακοομέτρηση δεν πρέπει να γίνεται πριν περάσουν 12 ώρες από τη διακοπή της εργασίας. Η υψηλή ενέργεια από τον θόρυβο εκτός από βαρηκοία μπορεί να προκαλέσει και αγγειακές διαταραχές, καρδιακές αρρυθμίες, διακυμάνσεις της ΑΠ και του ιδρώτα.. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί ψυχοκινητικές διαταραχές σε άτομα που εργάζονται σε θορυβώδεις περιβάλλον.

Η συχνότητα των περιοδικών ακοομετρικών εξετάσεων καθορίζεται ανάλογα με την έκθεση του εργαζόμενου στον θόρυβο. Συνήθως γίνεται κάθε χρόνο και κάθε πέντε χρόνια εφόσον η ημερήσια ατομική ηχοέκθεση του εργαζόμενου παραμένει μικρότερη από 90 dB (Α) (Προεδρικό Διάταγμα 85/1991).
Θα πρέπει επίσης να λαμβάνεται πρόνοια για την ενημέρωση των εργαζομένων που εκτίθενται στον θόρυβο για τους πιθανούς κινδύνους που διατρέχει η ακοή τους από την ηχοέκθεση (Π.Δ. 85/1991) και να ενημερώνονται για τα αποτελέσματα των περιοδικών ακοομετρικών εξετάσεων.
Στο τέλος του βιβλίου στο «Παράρτημα» παρατίθεται το Προεδρικό Διάταγμα 85/91 «Περί προστασίας των εργαζομένων από τους κινδύνους που διατρέχουν λόγω της έκθεσής του στον θόρυβο κατά την εργασία σύμφωνα με την οδηγία 86/188/ΕΟΚ

ΒΙΟΑΚΟΥΣΤΙΚΗ
Βιοακουστική είναι η μελέτη των αποτελεσμάτων του θορύβου στον άνθρωπο. Οι κίνδυνοι της ακοής στον άνθρωπο ταξινομούνται ως εξής:

Δυσμενή ακουστικά αποτελέσματα στον άνθρωπο

Α. Από τον αέρα
1. Μη ακουστά
1.1 Υπόηχοι
1.1.1 Υπέρηχοι 

2. Ακουστά μικρής διάρκειας
2.1 Τραύμα από έκρηξη
2.2. Ακουστικό τραύμα 

3. Ακουστά μεγάλης διάρκειας
3.1. Ψυχολογικά
3.1.1. Ψυχοακουστικά (Ενόχληση, παρέμβαση επικοινωνίας)
3.1.2. Συμπεριφοράς (Ανεπάρκεια, ατυχήματα)
3.2 Οργανικά
3.2.1 Ωτιαία (Αναστρέψιμα, μη αναστρέψιμα)
3.2.2 Υπερωτιαία (κυκλοφορικά) 

Β. Από τα οστά

1. Οξέα (σοβαρά, τραύματα κεφαλής)

2. Χρόνια (δονήσεις)