Η έννοια της μνήμης αφορά την ικανότητα του ατόμου να ανακαλεί πληροφορίες και να τις ερμηνεύει αργότερα, όταν είναι περισσότερο επεξεργασμένες και φιλτραρισμένες. Η μνήμη χωρίζεται σε δύο βασικές κατηγορίες, την μακρόχρονη και τη βραχύχρονη.

Η βραχύχρονη μνήμη διαρκεί περίπου 20 δευτερόλεπτα αλλά αν ένα ερέθισμα επαναληφθεί μπορεί να διατηρηθεί και παραπάνω. Αν τα ερεθίσματα που φαινομενικά είναι άσχετα μεταξύ τους συνδεθούν, τότε αποτελούν ένα σύνολο και είναι πιο εύκολο να διατηρηθούν στη μνήμη.
Η μακρόχρονη μνήμη έχει την ιδιότητα να επαναλαμβάνει γεγονότα και διάφορα ερεθίσματα και να τα ταξινομεί σε κατηγορίες και επομένως, να τα διατηρεί στη μνήμη για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Οι πληροφορίες οργανώνονται στη μνήμη για μεγάλο διάστημα διότι έχουν ως βάση την σημασία τους αλλά διαδραματίζει ρόλο και η σειρά, δηλαδή ο χρόνος ανάκτησης της πληροφορίας. Κατά συνέπεια, οι αρχικές πληροφορίες και οι τελικές διατηρούνται και ανακαλούνται από το άτομο ευκολότερα και εντονότερα στη μνήμη. Η μακρόχρονη μνήμη έχει την τάση να διατηρεί περισσότερο τα ερεθίσματα που συνδέονται με τα ερεθίσματα που φέρνουν ευχάριστα συναισθήματα ενώ απωθεί τα δυσάρεστα γεγονότα.

Οι πληροφορίες που δέχεται κάθε άνθρωπος αρχικά υποπίπτουν στην προσοχή του και στη συνέχεια οδηγούνται στην αντίληψή του και αν είναι ενδιαφέρουσες και θετικές διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα ενώ αν δεν ανταποκρίνονται στις παραπάνω προϋποθέσεις, τότε λησμονούνται πολύ γρήγορα.

Οι πληροφορίες αυτές αρχικά κωδικοποιούνται, έπειτα αποθηκεύονται και όταν παραστεί ανάγκη ανακαλούνται. Η κωδικοποίηση, το πρώτο στάδιο της μνήμης συντελείται σε επίπεδο βραχύχρονης μνήμης και μάλλον κυριαρχεί η ακουστική κωδικοποίηση. Αντίθετα, στη μακρόχρονη μνήμη αγνοούνται οι επιφανειακές λεπτομέρειες και διατηρούνται στη μνήμη ακόμα και όσα υποτίθεται ότι δεν έχουν σημασία.

Η μακρόχρονη μνήμη είναι τριών ειδών: η έκδηλη και η επεισοδιακή ή αλλιώς σημασιολογική και η διαδικαστική. Η επεισοδιακή μνήμη αποθηκεύει προσωπικές εμπειρίες, η έκδηλη αποθηκεύει δεδομένα και γεγονότα και τέλος, η διαδικαστική αποθηκεύει τη γνώση των μαθημένων συμπεριφορών του ανθρώπου από προηγούμενες εμπειρίες.

Σε περίπτωση που παρατηρηθεί κάποια απώλεια μνήμης, άνοια, ή γνωστική πάθηση, καλό θα είναι εγκαίρως να επισκεφτούμε κάποιον ειδικό νευρολόγο και να γίνουν ειδικές εξετάσεις. Αναλόγως τη διάγνωση και τη φαρμακευτική αγωγή, θα μπορεί να προστεθεί ένα ειδικό πρόγραμμα νοητικής ενδυνάμωσης. Στόχος της Νοητικής Ενδυνάμωσης είναι η ενίσχυση των γνωστικών λειτουργιών του ατόμου που παραμένουν ακόμα σε ικανοποιητικό επίπεδο, σταθεροποιώντας την νοητική κατάσταση του ίσως και μειώνοντας την οποιαδήποτε πιθανή μελλοντική νοητική έκπτωση.