Η Οστεοπόρωση είναι χρόνια νόσος που προκαλεί προοδευτική μείωση της αντοχής των οστών, με επακόλουθο κατάγματα σε διάφορα σημεία του σκελετού. Τα κατάγματα προκαλούν έντονους πόνους και παραμορφώσεις. Η Οστεοπόρωση αποτελεί το δεύτερο μεγαλύτερο πρόβλημα υγείας σε παγκόσμιο επίπεδο, μετά τις καρδιαγγειακές παθήσεις.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.), η πάθηση προσβάλλει μία στις 3 γυναίκες ηλικίας 60-70 ετών και δύο στις τρείς ηλικίας άνω των 80 ετών. Υπολογίζεται ότι σήμερα στην Ελλάδα περίπου 400.000 γυναίκες άνω των 50 ετών πάσχουν από βαριά οστεοπόρωση της σπονδυλικής στήλης, που συνοδεύεται από κατάγματα σπονδύλων.

Ο αντίστοιχος αριθμός ανδρών με βαριά οστεοπόρωση υπολογίζεται σε περίπου 50.000. Η Οστεοπόρωση δεν προκαλεί μόνο πόνους και παραμορφώσεις, αλλά και θανάτους, ιδιαίτερα όταν το κάταγμα αφορά το ισχίο (λεκάνη). Σύμφωνα με τις στατιστικές οι θάνατοι από Οστεοπόρωση είναι περισσότεροι από τους θανάτους από καρκίνο του μαστού.

Η Οστεοπόρωση είναι στις περισσότερες περιπτώσεις κληρονομική νόσος. Παράγοντες κινδύνου όπως οι χρόνιες ορμονικές διαταραχές, η κορτιζόνη, η ακινησία, το οινόπνευμα, το κάπνισμα, οι πολλοί καφέδες ( πάνω από 20 την εβδομάδα) και η κακή διατροφή όταν δεν περιέχει ασβέστιο και βιταμίνη D επιδεινώνουν την κατάσταση.

Η αποφυγή των παραγόντων κινδύνου μετριάζει τις επιπτώσεις από την κληρονομική προδιάθεση.

Η διάγνωση της οστεοπόρωσης γίνεται ΜΟΝΟ με τη μέτρηση της οστικής μάζας. Η μέτρηση της οστικής μάζας πρέπει να γίνεται σε 2 περιοχές του σκελετού, την οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης και το ισχίο (λεκάνη). Εάν δε γίνει έτσι, τότε δεν πρέπει να τίθεται διάγνωση.

Το αποτέλεσμα της μέτρησης εκφράζεται με τρεις τρόπους: φυσιολογικό, οστεοπενία, οστεοπόρωση. Η έκφραση πόσο τοις % Οστεοπόρωση έχω , είναι λανθασμένη. Το σωστό αποτέλεσμα της μέτρησης μας κατευθύνει όχι μόνο στη διάγνωση της οστεοπόρωσης, αλλά και στην απόφαση για ποιο φάρμακο θα χρησιμοποιήσουμε.

Δηλαδή, άλλα φάρμακα δρουν μόνο σε οστεοπόρωση της οσφυϊκής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και άλλα και στην σπονδυλική στήλη και στη περιοχή του ισχίου (λεκάνη).

Η πρώτη μέτρηση πρέπει να γίνεται στην ηλικία των 45 - 50 ετών. Ιδιαίτερα σε γυναίκες που έχουν υποστεί κάποιο κάταγμα ή σε αυτές που η μητέρα τους ή κάποιος συγγενής πρώτου βαθμού έχει οστεοπόρωση ή έχει υποστεί κάποιο κάταγμα.

Πότε θα επαναληφθεί εξαρτάται από το πρώτο αποτέλεσμα και από το πότε αρχίζει η εμμηνόπαυση.

Τα φάρμακα της οστεοπόρωσης χωρίζονται σε αυτά που διατηρούν την οστική μάζα και δεν την αφήνουν να φθαρεί και σε αυτά που έχουν την δυνατότητα όχι μόνο να διατηρούν την οστική μάζα αλλά και να την αυξάνουν. Τα δεύτερα, δηλαδή, μπορούν όχι μόνο να σταματήσουν, αλλά και να θεραπεύσουν την οστεοπόρωση (ιδιαίτερα όταν δοθούν στα αρχικά στάδια της νόσου).

Σε όλες τις θεραπείες η προσθήκη ασβεστίου και βιταμίνης D, είναι απαραίτητη. Η βιταμίνη D είναι απαραίτητη τόσο στην πρόληψη όσο και στην θεραπεία της οστεοπόρωσης. Την βιταμίνη D την φτιάχνουμε στο δέρμα μας μετά από την επίδραση των ηλιακών ακτινών.

Με τη διατροφή δεν μπορούμε να καλύψουμε τις ημερήσιες ανάγκες μας.

Στους λαούς της Μεσογείου όπως και στην Ελλάδα υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού που έχει παθολογικά χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D στον οργανισμό, παρά τον άφθονο ήλιο. Το αίτιο είναι άγνωστο.

Τα οιστρογόνα δεν χρησιμοποιούνται πλέον για τη πρόληψη και τη θεραπεία της οστεοπόρωσης λόγω παρενεργειών (αυξημένος κίνδυνος καρκίνου του μαστού και του ενδομητρίου, καρδιακής προσβολής, θρομβώσεων κ.α.). Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για μικρό χρονικό διάστημα για την αντιμετώπιση των εξάψεων της εμμηνόπαυσης.

Οι περισσότεροι γιατροί χορηγούν θεραπεία μόνο μετά το πρώτο κάταγμα και ακόμη πιο λίγοι εφαρμόζουν προληπτική θεραπεία. Δυστυχώς στατιστικές δείχνουν ότι στην Ελλάδα μόνο 1 στις 4 γυναίκες που έχουν οστεοπόρωση έχουν διαγνωσθεί οι υπόλοιπες τρείς αν και γνωρίζουν την οστεοπόρωση, ελάχιστες (10%) πιστεύουν ότι είναι δυνατό να πάσχουν από αυτή.

Πιστεύω ότι για μια νόσο τόσο επικίνδυνη ελάχιστα γίνονται, τόσο από πλευράς γιατρών, όσο και από πλευράς ασθενών. Η ενημέρωση φυσικά είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας, αλλά και ΜΟΝΟ με την ενημέρωση, όσο ακριβής και ευρεία να είναι, δεν αντιμετωπίζεται η νόσος.