Κάμψεις του πέους

Οι κάμψεις του πέους διακρίνονται σε συγγενείς και επίκτητες.
Συνήθως προκαλούν δυσμορφία στο πέος, που είναι εμφανής κατά τη στύση, η οποία μπορεί να είναι και επώδυνη, ιδιαίτερα στις σοβαρές κάμψεις. Μείωση του μεγέθους του πέους μπορεί επίσης να παρατηρηθεί.

Κατά συνέπεια έχουν σαφώς αρνητική επίδραση στη σεξουαλική και κοινωνική ζωή του ασθενούς.

Οι συγγενείς κάμψεις διακρίνονται σε κάμψεις χωρίς χορδή και μπορεί να είναι πρόσθιες (κοιλιακές), πλάγιες (πιο συχνά προς τα αριστερά) και σπανιότερα οπίσθιες (ραχιαίες), και σε κάμψεις με χορδή χωρίς υποσπαδία (σπάνια), που συνήθως παρουσιάζουν πρόσθια (κοιλιακή) κλίση με ή χωρίς στροφή.



Οι επίκτητες κάμψεις διακρίνονται σε κάμψεις, όπου αναφέρεται ιστορικό τραυματισμού στο πέος (συνήθως κατά την σεξουαλική επαφή) και στις κάμψεις με σχηματισμό ινώδους πλάκας, όπου δεν γίνεται αναφορά τραυματισμού (Ν.Peyronie).

Για τη συντηρητική αντιμετώπισή των κάμψεων έχουν δοκιμασθεί κατά περιόδους διάφορα φαρμακευτικά σκευάσματα, όπως χορήγηση βιταμίνης E ως αντιοξειδωτικής ουσίας, κολχικίνης και ταμοξιφαίνης από το στόμα, τοπική χρήση βεραπαμίλης με τη χρήση ιοντοφόρησης με ειδική συσκευή και ενέσεις κολλαγενάσης, κορτικοστεροειδών και ιντερφερόνης στην ινώδη πλάκα.

Προσπάθειες απευθείας καταστροφής της ινώδους πλάκας σε νόσο Peyronie έχουν γίνει με τη βοήθεια του εξωσωματικού λιθοθρύπτη (ESWT local penile electroshock wave therapy).

T’ αποτελέσματα όλων των παραπάνω θεραπειών στη διόρθωση της κάμψης του πέους είναι αμφίβολα. Εκτός αυτού η νόσος Peyronie είναι συχνά αυτοπεριοριζόμενη και υποστροφή αναφέρεται σε ποσοστό έως και 50%. Συνεπώς, ακόμη και οι περιπτώσεις όπου γίνεται αναφορά για επιτυχημένη φαρμακευτική αγωγή, μπορεί να αφορούν αυτόματες υποστροφές της νόσου.



Χειρουργικά έχουν περιγραφεί διάφορες τεχνικές για την αποκατάσταση των συγγενών ή επίκτητων κάμψεων του πέους. Γενικά στις επίκτητες κάμψεις η χειρουργική πράξη προτείνεται μετά τους έξι  μήνες από τη διάγνωση, όταν πλέον η πλάκα δεν μεταβάλλεται και η κάμψη έχει σταθεροποιηθεί.

Τεχνικές όπως η Nesbit και η τοποθέτηση ραφών πτύχωσης (Plication) σε συγγενή ή και σε επίκτητη κάμψη, είναι οι συχνότερα εφαρμοζόμενες με ικανοποιητικά αποτελέσματα, αλλά και με σχετική μείωση του μήκους του πέους. Τεχνικές, όπου γίνεται αφαίρεση της ινώδους πλάκας με ή χωρίς πτύχωση της απέναντι στη βλάβη πλευράς, και κάλυψη του ελλείμματος με τοποθέτηση φλεβικών μοσχευμάτων, όπως της μείζονος σαφηνούς, δερματικών μοσχευμάτων χρήση του ιδίως ελυτροειδούς χιτώνα του όρχεως ως μόσχευμα και ως κρημνό ή ακόμη και περικαρδιακών, τεχνητών, καθώς και μη αυτόλογων μοσχευμάτων, έχουν περιγραφεί με σκοπό τη διατήρηση του μήκους του πέους.



Η απλή διατομή της πλάκας σε όλο το πάχος της με κάλυψη της τομής με μόσχευμα, όπως της περιτονίας του κροταφίτη μυός για την αποκατάσταση του ελλείμματος, έχει το πλεονέκτημα της ευκολότερης διεκπεραίωσης από την πλήρη αφαίρεση της πλάκας με το ίδιο καλό αποτέλεσμα.

Ενίοτε, οι τομές επάνω στην πλάκα Peyronie μπορεί να μην αφορούν όλο το πάχος της πλάκας και έτσι να μην απαιτείται η κάλυψη του ελλείμματος με μόσχευμα (relaxation incisions). Με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται χρόνος και η επέμβαση γίνεται σημαντικά απλούστερη.

Η αφαίρεση της χορδής σε συγγενείς κάμψεις με χορδή χωρίς υποσπαδία επιφέρει ευθειασμό του πέους.

Τέλος σε περιπτώσεις συνύπαρξης στυτικής δυσλειτουργίας και κάμψης πέους, η τοποθέτηση πεϊκής πρόθεσης μπορεί από μόνη της ή με την εφαρμογή του κατάλληλου χειρισμού ρήξης της πλάκας (modeling) να διορθώσει και τις δύο καταστάσεις με άριστα αποτελέσματα.



Η επιλογή κάποιας από τις παραπάνω τεχνικές εξαρτάται από την εμπειρία του χειρουργού, το βαθμό και το είδος της κάμψης και την αποδοχή του ασθενούς για την απώλεια ή όχι κάποιου μήκους σε συνδυασμό βέβαια με τη σημαντικά πολυπλοκότερη επέμβαση αφαίρεσης της πλάκας και τοποθέτησης μοσχεύματος.


H xρήση του ακροποσθιακού μοσχεύματος φαίνεται να έχει πάρα πολύ καλά αποτελέσματα.