Τα παραπάνω προβλήματα φαίνονταν αρκετά μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990 για να αποθαρρύνουν τις φαρμακευτικές εταιρείες στην εκτενή και γενναιόδωρη χρηματοοικονομικά έρευνα στα προϊόντα φυσικής προέλευσης. Και ενώ τα φάρμακα φυσικής προέλευσης φαίνονταν να περνούν σε δεύτερη μοίρα, χάρις σε μερικές ανακαλύψεις η εικόνα αναστράφηκε: Η ανακάλυψη των αντυπερτασικών της κλάσης των αναστολέων του μετατρεπτικού ενζύμου της Αγγειοτενσίνης, των στατινών, η επανείσοδος των αντιχολινεργικών, η ανακάλυψη νέων αντιβιοτικών, αντιικών, αντικαρκινικών, ανοσοκατασταλτικών και φαρμάκων για τη νόσο του Alzheimer και του Aids επανέφεραν τα φυσικά φάρμακα στο προσκήνιο.

Η έλευση της βιοτεχνολογίας όμως είναι αυτή που έδωσε τη χαριστική βολή για την επάνοδο των φυσικών πηγών με μια νέα όμως μορφή. Χάρις τη βιοτεχνολογία δεν χρειαζόμαστε πια τη δραστική ουσία του οργανισμού, αλλά το γονίδιο που την παράγει.

H έλευση των OTC αλλά και των φαρμακευτικών καλλυντικών συμπληρώνει την πανηγυρική επανείσοδο των φαρμάκων φυσικής προέλευσης. Οι υδροκαλλιέργειες, οι καλλιέργειες φυτών σε δοκιμαστικό σωλήνα, καθώς και οι κυτταροκαλλιέργειες έδωσαν τη λύση σε πολλά από τα προβλήματα που περιγράφηκαν παραπάνω.

Τέλος, η ενίσχυση του ειδικού τύπου με περιοδικά ειδικά στην Εθνοφαρμακολογία με υψηλό impact factor, η συστηματοποίηση και τελειοποίηση των μεθόδων της Εθνοφαρμακολογίας με τη βοήθεια τόσο αξιόλογων ερευνητών στο χώρο των εταιρειών όσο και στον ακαδημαϊκό χώρο, η οργάνωση των εταιρειών Εθνοφαρμακολογίας, η εκτεταμένη χρήση βάσεων δεδομένων τόσο στην Εθνοφαρμακολογία όσο και στην φυτοχημεία και τη φαρμακογνωσία, η βελτίωση των μεθόδων επιλογής στην αναζήτηση φυτών (screening) συντελούν στην ολοκληρωμένη έρευνα στα φάρμακα φυσικής προέλευσης.

Σύγχρονες μέθοδοι ανεύρεσης φαρμάκων φυσικής προέλευσης

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, στην εποχή πριν από τη συγκρότηση και βελτιστοποίηση των μεθόδων της Εθνοφαρμακολογίας, ο μοναδικός τρόπος ανεύρεσης ήταν το Screening: Συλλέγονταν οι δρόγες σχεδόν τυχαιοποιημένα, γίνονταν οι κατάλληλες χημικές αναλύσεις, και ακολουθούσε ο φαρμακολογικός έλεγχος με τη μέθοδο Crystal Ball.

Χρησιμοποιούνταν δηλαδή μοντέλα πειραματοζώων και εκ του αποτελέσματος αποφασιζόταν η περαιτέρω τύχη του φαρμάκου. Η διαδικασία αυτή απεδείχθη αφενός μεν χρονοβόρα, αν σκεφτεί κανείς ότι μέχρι το 1985 είχαν ερευνηθεί 35.000 φυτά επί συνόλου 300.000 αφετέρου δε δαπανηρή γιατί απαιτούσε τη θυσία μεγάλου αριθμού πειραματοζώων η οποία πολλές φορές ήταν άδικη, αν και μετά την ιστορία της θαλιδομίδης αποδείχτηκε επιβεβλημένη.

Η εξελίξεις στη μοριακή βιολογία και τη μοριακή φαρμακολογία όμως, επέφεραν μια σημαντική αλλαγή:

Τώρα μπορούμε να έχουμε ενζυμικά συστήματα και υποδοχείς ώστε να μελετάμε την επίδραση του εκχυλίσματος στα βιοχημικά συστήματα που μας ενδιαφέρουν και μάλιστα σε παθοβιοχημικά συστήματα.

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή ήρθε από την ρομποτική. Με τη βοήθεια της ρομποτικής είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί σε σύντομο χρονικό διάστημα ταυτόχρονος έλεγχος της επίδρασης πολλαπλών εκχυλισμάτων σε βιοχημικά συστήματα. Έτσι, η διαδικασία της ανάλυσης και του φαρμακολογικού ελέγχου συντομεύεται, ενώ ο αριθμός των πειραματοζώων ελαττώνεται συνεχώς με δραματικά θετικές συνέπειες για το κόστος της έρευνας.

Η τρίτη μεγάλη αλλαγή έρχεται από τη μεθόδευση και ανάπτυξη μοντέρνων εθνοφαρμακολογικών μεθόδων.

Εν συντομία, οι νέες μέθοδοι είναι οι ακόλουθες:

Μελέτη της Εθνοφαρμακολογίας των πρωτευόντων θηλαστικών πέραν του ανθρώπου. Τα πρωτεύοντα ζώα αποτελούν την οικογένεια στην οποία ανήκει και ο άνθρωπος. Πρόκειται για ζώα που τόσο η νόησή τους όσο και τα σωματικά τους χαρακτηριστικά μοιάζουν πολύ με εκείνα του ανθρώπου.

Το πόσο μεγάλος είναι ο βαθμός της ομοιότητας δεν μπορεί να αποδειχθεί σε επίπεδο εργαστηρίου διότι εάν αναπτυχθεί η οδός της επικοινωνίας μεταξύ του πειραματοζώου και του πειραματιστή, υπάρχει κίνδυνος εμφάνισης φαινομένου placebo στο πειραματόζωο (Rodriguez et al., 1998).

Από την άλλη μεριά, με την παρατήρηση των πρωτευόντων στο φυσικό τους περιβάλλον με τεχνικές στις οποίες ο παρατηρητής δεν επηρεάζει το πείραμα, ανακαλύφθηκε ότι οι πίθηκοι χρησιμοποιούν διάφορα φυτά και ζώα (τερμίτες) τα οποία τους προστατεύουν από λοιμώδη και παρασιτικά νοσήματα.

Ανακαλύφθηκε ότι η γνώση αυτή είναι επίκτητη και μεταφέρεται στους απογόνους με ‘διδασκαλία’ από τη μητέρα προς το παιδί. Ανακαλύφθηκε επίσης ότι δια της διδασκαλίας η μητέρα μαθαίνει στο παιδί ακόμα και τη μέγιστη δόση που πρέπει να λαμβάνει.

Παρότι η παρατήρηση ότι τα ζώα κατά καιρούς χρησιμοποιούν διάφορα φυτά για την αυτοπροστασία τους ή για την αυτοθεραπεία τους από διάφορες νόσους, εν τούτοις οι παρατηρήσεις σε πιθήκους αυξάνουν τις πιθανότητες για ανεύρεση φαρμάκων καταλλήλων για ανθρώπινη χρήση με σχετικό υψηλό προφίλ ασφάλειας και αποτελεσματικότητας.

Η έρευνα σε πιθήκους έχει αποδώσει μέχρι σήμερα ένα φάρμακο κατά της μαλάριας, ενώ δυο αντιπαρασιτικά και ένα αντικαρκινικό βρίσκονται σε φάση ΙΙΙ.

Μελέτη της γραπτής λαϊκής παράδοσης στην Εθνοφαρμακολογία

Είναι γεγονός ότι η Εθνοφαρμακολογία διάνυσε μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι να καταφέρει να πείσει τον κόσμο των φαρμακευτικών εταιρειών για τη συμβολή της στην ανακάλυψη νέων φαρμάκων. Αυτό οφειλόταν στη δυτικού τύπου προσέγγιση των εθνοφαρμακολόγων στους πληθυσμούς που κατείχαν προφορικά τη γνώση για τα φάρμακα ως μέρος της κουλτούρας τους.

Τα αίτια των αρχικών αποτυχιών της εθνοφαρμακολογίας ήταν δύο:

  • Η χρησιμοποίηση κατευθυνόμενων ερωτηματολογίων δυτικής προσέγγισης (evidential intelligence interviews)
  • Η άγνοια του παθολογικού συστήματος του πληθυσμού που μελετούσαν:

Οι εθνοφαρμακολόγοι δεν διέθεταν επιδημιολογικά στοιχεία της περιοχής του πληθυσμού και έτσι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν ούτε το πόσο σοβαρή ήταν η έκταση μιας συγκεκριμένης νόσου στο συγκεκριμένο πληθυσμό, ούτε και το κατά πόσο ο πληθυσμός είχε αντίληψη της συγκεκριμένης νόσου.

Εάν επομένως το να προσβληθεί κάποιος από μια νόσο σε μια περιοχή αποτελούσε taboo για τον συγκεκριμένο πληθυσμό, οι πληροφορίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανεύρεση ενός φαρμάκου αποκρύπτονταν στον ερευνητή, ειδικά επειδή ή όταν ακολουθούσε δυτικού τύπου προσέγγιση.

Έτσι, στους Εβραίους για παράδειγμα, το πρόβλημα δεν ήταν η λέπρα, αλλά το ότι κάποιος ήταν λεπρός, που σημαίνει ότι για κάποιο λόγο ήταν τιμωρημένος από το Θεό.

Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, οι εθνοφαρμακολόγοι στράφηκαν σε λαούς οι οποίοι διέθεταν καταγεγραμμένη κουλτούρα φαρμάκου. Ενδεικτικά αναφέρονται :

  • Οι Έλληνες. Ίσως είναι ο λαός με τη μεγαλύτερη γραπτή καταγεγραμμένη κουλτούρα. Οι αναφορές του Θεόφραστου, του Ιπποκράτη, του Διοσκουρίδη, (materia medica) του Γαληνού από την αρχαία Ελλάδα, του Νικολάου του Μυρεψού από το Βυζάντιο, του Διονυσίου Πύρου του Θεσσαλού από τους νεώτερους χρόνους αποτελούν ένα πρότυπο καταγεγραμμένης εθνοφαρμακολογίας.
  • Οι Κινέζοι έχουν επίσης μεγάλη παράδοση στην γραπτή Εθνοφαρμακολογία. Η κινέζικη φαρμακολογία θεωρείται από τις αρχαιότερες εάν όχι η αρχαιότερη, καθώς έχει ιστορία 5000 ετών και έχει καταγράψει συστηματικά την παρασκευή και τις ιδιότητες χιλιάδων φαρμάκων που προέρχονται από αντίστοιχα φαρμακευτικά φυτά. Η Κινέζικη ‘Materia Medica’ έχει προσφέρει στις δυτικές φαρμακευτικές εταιρείες αρκετά φάρμακα-οδηγούς. Οι συμπαθομιμητικές αμίνες (β-διεγέρτες, ma huang) ανήκουν στη γνωστότερη ίσως κατηγορία.
  • Οι Ινδοί διαθέτουν επίσης ισχυρότατη καταγεγραμμένη εθνοφαρμακολογία. Η λογική της Ayurveda που στην ουσία αποτελεί φιλοσοφημένη προσέγγιση υγείας και όχι απλά φαρμακολογική περιγραφή αποτελεί έναν πολύτιμο οδηγό προς μελέτη ακόμη και με τα μάτια του δυτικού επιστήμονα. Το ταχύτερο βλενολυτικό με βάση τη μέχρι σήμερα βιβλιογραφία, η αμβροξόλη προέρχεται από εκμετάλλευση της φαρμακολογίας της Ayurveda
  • Οι Αιγύπτιοι έχουν επίσης αξιόλογες γραπτές πηγές όπως έχει αποδειχτεί με τις αρχαιολογικές ανασκαφές (πάπυρος Ebers κλπ)

Εφαρμογή σύγχρονων ανθρωπολογικών μεθόδων στην Εθνοφαρμακολογία

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η Εθνοφαρμακολογική μελέτη στο παρελθόν σε λαούς οι οποίοι δεν διέθεταν γραπτή παράδοση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, παρόλο που η αρχή της είναι εξαιρετικά εύκολη: Οι άνθρωποι στην πορεία της αναζήτησης της τροφής, διαπίστωσαν ότι κάποια φυτά ή ζώα εμφάνιζαν φαρμακολογική δράση.

Η γνώση αυτή περνούσε με την προφορική παράδοση στις επόμενες γενιές. Έτσι, ο άνθρωπος κατάφερε να συγκεντρώσει μια φιλτραρισμένη από τον χρόνο εμπειρία σε σχέση με τα φάρμακα που μπορούσε να πάρει από τη φύση. Η εμπειρία αυτή σε πολλές περιπτώσεις έπρεπε να μείνει προφορική γιατί κάποιες φυσικές πηγές χρησιμοποιούνταν στον πόλεμο κατά τον αντιπάλων φυλών.

Η ελληνική λέξη τοξικολογία γεννήθηκε για να περιγράψει ακριβώς το σύνολο των δρογών που ήταν τόσο δηλητηριώδεις ώστε να χρησιμοποιούνται στα βέλη των τόξων των πολεμιστών (τοξικές). Με το πέρασμα των γενεών και την αύξηση της γνώσης, η διαφύλαξη και μετάδοση των σχετικών πληροφοριών ανατέθηκε σε αυτούς που ασχολούνταν με τα της υγείας του πληθυσμού.

Στις περισσότερες από αυτές τις περιπτώσεις τα άτομα αυτά είχαν και την ιδιότητα του ιερέα με αποτέλεσμα η πραγματική γνώση να περιτυλιχθεί σε ένα πέπλο μύθου και μαγείας, γεγονός που ισχύει ακόμη και σήμερα σε αρκετές ανθρώπινες φυλές.

Για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα αυτό η εθνοφαρμακολογία ζήτησε βοήθεια τόσο από τη στατιστική όσο και από την ανθρωπολογία. Οι καινούργιες τεχνικές που προστέθηκαν ήταν κυρίως οι ακόλουθες:

  • Ενεργή διαβίωση μαζί με τον πληθυσμό για παρατεταμένο χρονικό διάστημα ούτως ώστε να γίνει ο εγκλιματισμός και η αναγκαία κατανόηση της κουλτούρας του πληθυσμού.
  • Σύναψη στενών σχέσεων με τα άτομα που σχετίζονται με τη γνώση για αρκετό διάστημα πριν από τη λήψη συνέντευξης.
  • Συστηματική μελέτη του φιλοσοφικού τρόπου προσέγγισης του πληθυσμού απέναντι στα θέματα της υγείας και της ασθένειας.
  • Συστηματική μελέτη του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται και βιώνουν τα άτομα του πληθυσμού την επέλευση της δράσης και των ανεπιθύμητων ενεργειών της δρόγης, πάντα σε συνάρτηση με την κουλτούρα και το παθολογικό σύστημα του πληθυσμού που μελετάται.

Η παρατήρηση αυτή είναι φοβερά σημαντική παρόλο που η κουλτούρα του υπό μελέτη πληθυσμού είναι διαφορετική από την κουλτούρα του υπολοίπου κόσμου γιατί θα εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα σε σχέση με το τι θα αναμένεται από την επίδραση του placebo.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η μελέτη της επίδρασης ενός φυτού που η τοπική παράδοση ισχυρίζεται ότι απαλύνει τον πόνο. Εάν η παράδοση βασίζεται σε λόγια πολεμιστών, τότε υπάρχει ο κίνδυνος της αρνητικής παρεκτροπής: Οι πολεμιστές κατά βάθος μπορεί να χαίρονται που τραυματίστηκαν διότι αυτό σημαίνει ότι γι αυτούς τελείωσε ο πόλεμος και θα μεταφερθούν κοντά στους δικούς τους.

Αντίθετα, στον άμαχο πληθυσμό που η σωματική του ακεραιότητα έρχεται σε συνάρτηση με την ικανότητά του για σωματική εργασία και επομένως επιβίωση, η θετική παρεκτροπή του placebo είναι πιο πιθανή

  • Η χρήση βιωματικής γνώσης από τον ίδιο εθνοφαρμακολόγο κάτω από τις οδηγίες του κατέχοντος
  • Η συστηματική παρακολούθηση των ατόμων εκείνων του υποπληθυσμού που φαίνεται να συγκεντρώνουν τα περισσότερα οφέλη από την αγωγή σε σχέση με τον υπόλοιπο πληθυσμό (focus groups)
  • Η χρήση συνδυασμού ανοιχτών και κλειστών διερευνητικών ερωτήσεων για την συγκρότηση δομημένων και ελευθέρων συνεντεύξεων (structured & unstructured interviews)
  • H συστηματική γλωσσολογική μελέτη του ονόματος με το οποίο αναφέρεται το όνομα της δρόγης στην τοπική κοινωνία. Η γλωσσολογική μελέτη μπορεί να φέρει στην επιφάνεια τον πιθανό συνολικό χρόνο στον οποίο υπάρχει λαϊκή εμπειρία από τη χρήση της δρόγης, καθώς και μια γλωσσολογική επιβεβαίωση ότι η δρόγη σίγουρα εμφανίζει δράση. Με την τεχνική αυτή εξετάζονται και όλες οι πιθανές συνωνυμίες της δρόγης
  • Καταγραφή και ανάλυση της ‘διαλογικής συνομιλίας’: Καταγράφονται και αξιολογούνται όλες οι ελεύθερες συζητήσεις στις οποίες χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε λόγο το όνομα της δρόγης. Φυσικά, καταγράφονται και όλοι οι διάλογοι μεταξύ ιατρού-ιερέα και ασθενή από τη στιγμή της έναρξης των συνομιλιών τους, κατά τη διάρκεια της λήψης του φαρμάκου, μέχρι και την επόμενη λήψη του (Discourse analysis)
  • Μελέτη όλων των ηθών και εθίμων που ακολουθούν την ανεύρεση, καλλιέργεια, ξήρανση, φύλαξη της δρόγης, καθώς και όλη η εθνοφαρμακευτική διαδικασία.