Το κοινωνικό κεφάλαιο περιλαμβάνει θεσμούς κοινωνικής ασφάλειας και υποστήριξης, λειτουργία δικτύων αλληλεγγύης, ισχυρούς ανθρώπινους δεσμούς, κ.ά., που διευκολύνουν τον συντονισμό και τη συνεργασία προς αμοιβαίο όφελος.

Tα κοινωνικά αυτά δεδομένα συνδέουν σημαντικούς τομείς της κοινωνίας και γεφυρώνουν κοινωνικές ρωγμές, με αποτέλεσμα να ενισχύεται η κοινωνική συνοχή. Ισχυρό κοινωνικό κεφάλαιο διαθέτουν οι επονομαζόμενες ‘κοινωνίες των πολιτών’, οι οποίες ορίζονται ως οι κοινωνίες που δίνουν αξία και προτεραιότητα στην ισότητα, στη δικαιοσύνη, στην αλληλεγγύη, στη συμμετοχή των πολιτών, στη συνεργασία, στο ήθος και στην ακεραιότητα, αλλά και στις οποίες οι κοινωνικοί και πολιτικοί ιστοί είναι οργανωμένοι κυρίως οριζόντια, και όχι κάθετα/ιεραρχικά.

Προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις στην υγεία από τη συμμετοχή των κατοίκων στη ζωή της κοινότητας, πραγματοποιήθηκε το 1993 συγκριτική μελέτη σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας. Σε ορισμένες περιοχές λειτουργούσαν περισσότερα σωματεία, χορωδίες, ομάδες ποδοσφαίρου και όμιλοι, οι κάτοικοι διάβαζαν περισσότερο τις εφημερίδες, έδειχναν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα δημόσια θέματα και μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στους συμπολίτες τους.

Υπήρχαν επίσης περιοχές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ‘κοινωνίες των μη πολιτών’, με βάση τον γαλλικό όρο incivisme, όπου υπήρχε αυστηρή ιεραρχία, τα δημόσια θέματα αποτελούσαν ευθύνη ειδικών, παρατηρούνταν φαινόμενα διαφθοράς και συνεχούς παραβίασης των νόμων, οι περισσότεροι δε κάτοικοι αισθάνονταν αδύναμοι και θύματα εκμετάλλευσης.

Η πιο σημαντική διαπίστωση της μελέτης ήταν ότι οι περιοχές της πρώτης κατηγορίας εμφάνιζαν μειωμένη βρεφική και παιδική θνησιμότητα σε σύγκριση με τις περιοχές της δεύτερης κατηγορίας.

Από άλλες μελέτες διαπιστώνεται ότι χώρες σχετικά φτωχές, όπως η Σρι Λάνκα, παρουσιάζουν καλύτερους δείκτες υγείας από άλλες χώρες με αντίστοιχο οικονομικό επίπεδο, επειδή είναι κοινωνίες χωρίς αυστηρή ταξική δομή, με δημοκρατικό πολιτικό σύστημα, με παράδοση κοινωνικού ριζοσπαστισμού, με μεγαλύτερη αυτονομία των γυναικών, με καλύτερη εκπαίδευση, με εθνική ομοψυχία.

Η Κόστα Ρίκα επίσης, διαθέτοντας σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο, σημαντική αυτονομία του γυναικείου φύλου και ισχυρή κοινωνική πολιτική, έχει ικανοποιητικούς δείκτες υγείας χωρίς να έχει υψηλό Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ).

Χαρακτηριστική είναι και η περίπτωση της Ιαπωνίας, η οποία έχει το μεγαλύτερο προσδόκιμο επιβίωσης στον κόσμο. Η επίδοση αυτή δεν οφείλεται μόνο σε οικονομικούς παράγοντες (υπάρχουν χώρες με μεγαλύτερο ΑΕΠ από την Ιαπωνία, όπως οι ΗΠΑ και το Λουξεμβούργο), ούτε στους κρατικούς πόρους για κοινωνική πολιτική οι οποίοι δεν ξεπερνούν το 15% του ΑΕΠ (στη Σουηδία πλησιάζουν το 40%).

Η βασική αιτία είναι ότι η ίδια η κοινωνική οργάνωση χαρακτηρίζεται σε σημαντικό βαθμό από συνοχή, ισότητα και κοινωνική αλληλεγγύη. Η Ιαπωνία είναι από τις χώρες με τις μικρότερες οικονομικές ανισότητες.

Η επίδραση της κοινωνικής συνοχής στην υγεία γίνεται ιδιαίτερα εμφανής τα τελευταία χρόνια και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι χώρες αυτές είχαν δείκτες υγείας συγκρίσιμους με εκείνους των χωρών της Δυτικής Ευρώπης.

Μάλιστα, το προσδόκιμο επιβίωσης στην τότε Ανατολική Γερμανία ήταν υψηλότερο απ’ ό,τι στη Δυτική.

Τις δύο τελευταίες δεκαετίες όμως, στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης παρατηρείται υποβάθμιση του επιπέδου υγείας, με επακόλουθο να υπάρχουν σήμερα μεγάλες διαφορές στους δείκτες υγείας των χωρών αυτών σε σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι ανατολικοευρωπαίοι ζουν σήμερα 10-15 χρόνια λιγότερο απ’ ό,τι οι κάτοικοι των δυτικοευρωπαϊκών χωρών.

Εκτός από την κοινωνική συνοχή, σημαντικός παράγοντας που επιδρά στην υγεία είναι και η θέση στην κοινωνική διαστρωμάτωση. Σύμφωνα με μελέτη στους δημόσιους υπαλλήλους στην Αγγλία, εκτός από τις σημαντικές διαφορές θνησιμότητας ανάμεσα στους κατώτερους και ανώτερους δημόσιους υπάλληλους, που διαπιστώθηκαν, στις κορυφές της ιεραρχίας των δημοσίων υπαλλήλων, γιατροί και δικηγόροι παρουσίαζαν διπλάσια συχνότητα καρδιαγγειακών νοσημάτων απ’ ό,τι τα διευθυντικά στελέχη που κατείχαν τα ανώτερα αξιώματα.

Το γεγονός ότι οι γιατροί και οι δικηγόροι δεν ήταν πιο φτωχοί από τα διευθυντικά στελέχη, ούτε είχαν χειρότερες συνθήκες διαβίωσης, χειρότερη διατροφή ή χειρότερη ιατρική περίθαλψη, οδήγησε στο συμπέρασμα ότι καθοριστικός παράγοντας ήταν η θέση στη διοικητική ιεραρχία και στην άσκηση της εξουσίας.

Στο ζήτημα της κοινωνικής ιεραρχίας, νεοδαρβινιστές ερευνητές πιστεύουν ότι η κατάθλιψη είναι συχνή σε ανθρώπους των οποίων οι ικανότητες συνιστούν απειλή για τους προϊσταμένους τους. Η πίεση που είναι πιθανό να δέχονται τα άτομα αυτά από τον προϊστάμενό τους, ο οποίος βρίσκεται σε θέση ισχύος, μπορεί να τους οδηγήσει σε καταθλιπτική αντίδραση.

Η κατάθλιψη μπορεί να αναπτύσσεται επίσης και όταν ένας εργαζόμενος αδυνατεί να κερδίσει μια ‘μάχη’ ιεραρχίας, αρνούμενος ταυτόχρονα να υπακούσει σε ένα πιο ισχυρό άτομο. Στην περίπτωση αυτή, η κατάθλιψη ερμηνεύεται ως ακούσια ένδειξη υποχωρητικότητας, που μειώνει τις πιθανότητες ‘επίθεσης’ από την προϊσταμένη αρχή.

Η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στην υγεία έχει διαπιστωθεί και στους μετανάστες. Τα πρώτα χρόνια της μετοίκησής τους οι μετανάστες παρουσιάζουν μοντέλο νοσηρότητας ανάλογο σε μεγάλο βαθμό με αυτό της χώρας απ’ όπου προέρχονται.

Όσο όμως περνούν τα χρόνια, το μοντέλο νοσηρότητας προσεγγίζει ολοένα και περισσότερο το μοντέλο της χώρας υποδοχής.

Σε ό,τι αφορά την ισχαιμική νόσο του μυοκαρδίου, οι μετανάστες από την Ιαπωνία στις ΗΠΑ και οι επίγονοί τους παρουσιάζουν δείκτες νοσηρότητας με τιμές ενδιάμεσες ανάμεσα στους χαμηλούς δείκτες που εμφανίζονται στην Ιαπωνία και τους υψηλούς που επικρατούν στις ΗΠΑ.

Έτσι, καθώς αλλάζουν οι κοινωνίες και η παρουσία ορισμένων κοινωνικών παραγόντων μεταβάλλεται, αλλάζουν και τα μοντέλα νοσηρότητας.