Πολύ συχνά ρωτούν γραπτά άνθρωποι πώς μπορούν να αντιμετωπίσουν ένα άγχος ή μία θλίψη μόνοι τους. Επίσης όμως πολλοί άνθρωποι θεωρούν τη συναισθηματική τους κατάσταση ή το άγχος πχ, ως σύμπτωμα (πχ σαν μία γρίπη) που ‘πρέπει’ να αντιμετωπίσει μόνο του (διότι αλλιώς δεν νιώθει ‘δυνατό’), και όχι ως αποτέλεσμα (‘ειδοποίηση’ του μυαλού μας) κάποιων μη συνειδητών αιτιών που τους επηρεάζουν και που είναι σημαντικό να διερευνηθούν.

Το ότι υπάρχουν βαθύτερες αιτίες, δεν σημαίνει ότι ένας άνθρωπος είναι ‘προβληματικός’. Σημαίνει απλώς ότι η σκέψη μας δεν μπορεί να αναλύσει την ίδια την προσωπικότητά μας σε βάθος λόγω μιας ‘προστατευτικής κατασκευής’ του μυαλού μας.

Αυτό λοιπόν που κάνει ο κάθε άνθρωπος σε καθημερινή βάση, είναι να αντιμετωπίζει το σύμπτωμα και όχι την βαθύτερη αιτία. Φυσικά προκύπτει ένα εύλογο ερώτημα στον άνθρωπο, ‘πώς γίνεται να με ξέρει κάποιος άλλος καλύτερα από εμένα’; Υπάρχει η αίσθηση δηλαδή ότι για το μυαλό μας δεν υπάρχουν ‘φυσικοί κανόνες’ λειτουργίας, όπως για τη φύση και το σύμπαν, παρότι υπάρχουν.

Υπάρχει επίσης η αίσθηση ότι το μικρό μέρος του μυαλού μας που μας είναι συνειδητό, αυτό που λέμε ‘εγώ’, είναι το σύνολο του εαυτού μας. Και όλα αυτά παρά το γεγονός ότι βλέπουμε καθημερινά ότι το σεξουαλικό ένστικτο πχ, ελέγχεται μερικώς και ασυνείδητα από τη λογική μας και την ηθική μας.

Το άγχος ή η δυσάρεστη συναισθηματική κατάσταση που βιώνουμε είναι σημαντικό να λεχθεί ότι δεν εξαρτάται τόσο από το εξωτερικό ερέθισμα που μας επηρεάζει αρνητικά. Εξαρτάται κυρίως από το πώς το ερέθισμα αυτό φιλτράρεται από το μυαλό μας, σε συνδυασμό με την αυτοεικόνα μας και την προσωπικότητά μας.

Οι αρνητικές σκέψεις μας, είναι ένα εσωτερικό ερέθισμα, το οποίο μπορεί να ενεργοποιήσει το άγχος. Δεν είναι απαραίτητο να μας επηρεάσει κάτι από το περιβάλλον. Η αρνητική αυτοεικόνα μας η οποία είναι ένα σύνολο παγιωμένων σκέψεων για τον εαυτό μας, μπορεί να ‘γεννά’ σε διάφορες αφορμές νέες αρνητικές σκέψεις.

Αυτό που ο ειδικός αλλάζει λοιπόν είναι η αρνητική αυτοεικόνα, την οποία το άτομο μπορεί να ‘αρνείται’ μέσω διαφόρων υποκαταστάτων, ότι την έχει. Η επιδίωξη του πλούτου σε μεγάλο βαθμό, ως δύναμης πάνω στους άλλους ανθρώπους, δείχνει συχνά ένα τέτοιο υποκατάστατο.

Έτσι για παράδειγμα, μεγάλο ποσοστό της θλίψης που νιώθει ένας άνθρωπος λόγω της οικονομικής κρίσης, προέρχεται από το ότι ασυνείδητα νιώθει ότι η αυτοεικόνα του μειώνεται ως επιτυχημένου, σαν να επρόκειτο για θέμα δικής του ευθύνης, ενώ φυσικά δεν είναι.

Το άγχος όμως ενεργοποιείται και όταν ένα αγχογόνο περιβάλλον ‘διεγείρει λανθασμένους τρόπους σκέψης της δικής μας προσωπικότητας’, (πχ πλούσιος σημαίνει επιτυχημένος, ότι έχω αξία και αναγνώριση από τους γύρω). Πρόκειται για ‘ερμηνείες’ και συνδέσεις που ασυνείδητα έχει μάθει και κάνει το μυαλό μας.

Όταν ο ψυχολόγος σταματήσει τις ερμηνείες αυτές, το άγχος ‘μπαίνει’ στον έλεγχο της λογικής του ατόμου.

Το αν επίσης μία γυναίκα ή και ένας άντρας, υπομένει παθητικά τη μειωτική συμπεριφορά του συντρόφου της προς αυτήν-ον, εξαρτάται από το πώς έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό της από μικρή ηλικία, και αυτό είναι που ενισχύει πολλαπλάσια τον φόβο του να φύγει από την σχέση, όχι τόσο ο σύντροφος.

Για τον λόγο αυτό είναι λάθος να ‘κατηγορεί’ το περιβάλλον κάποιο άτομο για δειλία. Για να βοηθήσουμε κάποιον πρέπει πρώτα να ‘γίνουμε’ αυτός, και όχι να τον δούμε με βάση τη δική μας προσωπικότητα. Επίσης, ένας άνθρωπος, ακόμη και αν είχε τις γνώσεις, για να ξεκινήσει να αλλάξει κάτι στην προσωπικότητά του, θα έπρεπε να βγει από τον εαυτό του και να τον δει αντικειμενικά όπως ένας εξωτερικός παρατηρητής ειδικός, κάτι αδύνατον να συμβεί σε μεγάλο βαθμό, λόγω του μυαλού μας.

Η ‘αντιμετώπιση’ του καθημερινού ανθρώπου στα διάφορα προβλήματα και τα ‘υποκατάστατα’

Συνεχίζοντας το παραπάνω υποθετικό παράδειγμα, είναι κατανοητό ότι το άτομο δεν μπορεί να ‘αυτοαναλύσει’ το τι φοβάται και πώς βλέπει τον εαυτό του. Πιστεύει πχ ότι φοβάται τον σύντροφό του, το ορατό ‘ερέθισμα’, καθώς αυτό βλέπουν τα μάτια και αντιλαμβάνεται συνειδητά το μυαλό.

Είναι αδύνατο να συλλάβει πχ επιδράσεις γονικού περιβάλλοντος και πώς σχετίζονται με το παρόν του. Το μυαλό μας βλέπει μόνο το τώρα, και δεν το συνδέει συνειδητά με τα όσα έχει μάθει, τα οποία συχνά μένουν ασυνείδητα.

Προκειμένου να αντιμετωπίσει το δυσάρεστο παρόν, ο άνθρωπος του παραδείγματός μας, μπορεί να αρχίσει να χρησιμοποιεί διάφορα ‘υποκατάστατα’, τα οποία δεν δείχνουν αρνητικά, επιδρούν αρνητικά όμως διότι λειτουργούν ως μικρή ανακούφιση, καθώς αποτρέπουν το άτομο να διερευνήσει το γιατί συμπεριφέρεται παθητικά και υπεκφεύγει του πραγματικού προβλήματος.

Το διαδίκτυο

Τέτοια υποκατάστατα, όπως για παράδειγμα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στο διαδίκτυο, προσφέρουν μία πρόχειρη μικρή συναισθηματική εκτόνωση, αφήνοντας όμως μία ‘πικρή γεύση’, καθώς αυτή δεν αποτελεί αντιμετώπιση της κατάστασης.

Καθώς όμως η πραγματική λύση δεν είναι ορατή (η αλλαγή της προσωπικότητας, ‘πώς άραγε γίνεται αυτό’;), για τον λόγο αυτό οι άνθρωποι συχνά ‘εθίζονται’ σε αυτόν τον τρόπο εξωτερίκευσης στο διαδίκτυο, ο οποίος μοιάζει με το να γράφει ένας άνθρωπος σε προσωπικό ημερολόγιο, χωρίς να αποτελεί πραγματική ανθρώπινη επαφή.

Αυτό εξηγεί γιατί σήμερα στην εποχή της οικονομικής κρίσης, οι άνθρωποι καθώς δεν βλέπουν ‘φως στο τούνελ’, μελαγχολούν και φροντίζουν πάνω απ όλα να πληρώσουν τον λογαριασμό του διαδικτύου μην το χάσουν. Η άμεση αντίδραση στην μελαγχολία δηλαδή αυθόρμητα, και θεωρώντας ότι είναι πιο οικονομική, είναι ο περιορισμός των εξόδων και η διατήρηση της διαδικτυακής επικοινωνίας ως υποκατάστατο της πραγματικής.

Στην πραγματικότητα είναι αδύνατον φυσικά η αντικατάσταση αυτή να πετύχει. Ο εγκέφαλος μέσα σε ένα διαμέρισμα δεν αλλάζει παραστάσεις μέσω μιας οθόνης και αντιθέτως οι τέσσερις τοίχοι αυξάνουν τις αρνητικές σκέψεις, καθώς μοιάζουν με απομόνωση από το φυσικό περιβάλλον, όση τεχνολογία και να έχουμε μέσα.

Επίσης η πραγματική ανθρώπινη διαντίδραση προσφέρει συναισθηματική ικανοποίηση η οποία δεν μπορεί να εισπραχθεί από το μυαλό μέσω μιας οθόνης. Τελικά ως ειρωνεία, σε συχνή χρήση, το ίδιο το μέσο που χρησιμοποιείται για ανακούφιση, φέρνει αυξανόμενη μελαγχολία.

Οι επιφανειακές σχέσεις με το άλλο φύλο

Οι επιφανειακές σχέσεις με το άλλο φύλο αποτελούν συχνά έναν τρόπο να προσπαθήσει να αντισταθμίσει ένας άνθρωπος, τη δυσάρεστη συναισθηματική διάθεση, ακόμη και το άγχος, με τη σεξουαλική απόλαυση. Είναι συχνά μία αυθόρμητη αντίδραση του μυαλού να αποδράσει ακόμη και από καθημερινά προβλήματα.

Έτσι δεν μπορούμε να πούμε ότι είναι τυχαία πχ η αύξηση της απιστίας στην εποχή της οικονομικής κρίσης, καθώς μπορεί να αποτελεί ένα υποκατάστατο ασυνείδητης ‘απόδρασης’ από τα καθημερινά οικονομικά προβλήματα που φθείρουν σήμερα ένα ζευγάρι.

Συχνά δηλαδή το αίτιο είναι ότι το άτομο θέλει να ‘ξεχάσει’, να ‘αποδράσει’ από κάτι δυσάρεστο, έστω και προσωρινά, και όχι να έλκεται τόσο από το τρίτο άτομο.

Το φαγητό

Όλοι οι άνθρωποι το χρησιμοποιούμε για τη βελτίωση της ψυχικής διάθεσης, καθώς προσφέρει και μία ‘χημική ανταμοιβή’ στον εγκέφαλό μας η οποία τη βελτιώνει όμως μόνο προσωρινά. Εδώ αναφερθήκαμε σε πιο ‘καθημερινά’ υποκατάστατα και όχι σε πιο άμεσα επικίνδυνα όπως η χρήση του αλκοόλ ως αγχολυτικού.

Πότε λειτουργεί αρνητικά ένα υποκατάστατο;

Μπορούμε να δώσουμε το παράδειγμα του γυμναστηρίου. Φυσικά και κάνει καλό για την υγεία μας. Πολλοί άνθρωποι όμως, μπορεί να αντιμετωπίζουν τα ψυχοσωματικά συμπτώματα του άγχους με αυτό. Καθώς η γυμναστική προσφέρει μετά μία χημική ανταμοιβή στον εγκέφαλό μας φέρνοντας μία προσωρινή ευφορία, αποτελεί μία προσωρινή αντιμετώπιση του άγχους.

Συχνά γι αυτό τον λόγο υπάρχουν περίοδοι ανακούφισης των ψυχοσωματικών συμπτωμάτων, εξαιτίας των οποίων οι άνθρωποι θεωρούν ότι αντιμετώπισαν το πρόβλημα (το σύμπτωμα και όχι την αιτία). Οι βασικές αιτίες που το προκαλούν, σταματούν οριστικά όταν διερευνηθούν και αντιμετωπισθούν στην ρίζα τους.

Γιατί χρησιμοποιούμε υποκατάστατα για την αρνητική ψυχική διάθεση;

Δεν μπορούμε ως άνθρωποι να είμαστε συνεχώς ‘τέλειοι’ και ορθολογικοί. Μακροχρόνια όμως επιβαρύνουν αρνητικά την ψυχική διάθεση. Συχνά οι άνθρωποι φοβούνται ότι θα αυτοχαρακτηριστούν ‘αδύναμοι’ αν ζητήσουν τη γνώμη ειδικού και παλεύουν τη δυσάρεστη ψυχική διάθεση με υποκατάστατα.

Αυτό οφείλεται σε έναν φόβο μιας λάθος και συχνά υπερβολικά αρνητικής ‘αυτοδιάγνωσης’ που κάνουν οι άνθρωποι για τον εαυτό τους. Είναι σημαντικό όμως ότι μαθαίνεται το να αναγνωρίζουμε πολύ γρηγορότερα ότι χρησιμοποιούμε ένα υποκατάστατο όπως επίσης και το να μην ‘αρνούμαστε’ ασυνείδητα ότι το χρησιμοποιούμε.

Διότι όπως τονίσαμε, η προσωρινή ανακούφιση που μπορεί να προσφέρει ένα ‘υποκατάστατο’,δεν φέρνει την οριστική βελτίωση της ψυχικής διάθεσης. Αντιθέτως, μάς κάνει να αναβάλλουμε ασυνείδητα την ενασχόληση με την πραγματική αντιμετώπιση του θέματος, προτιμώντας ‘δόσεις’ ανακούφισης αντί της ολικής, που θα έφερνε η οριστική αντιμετώπιση.

Δεν υπάρχει ο τέλειος και παντογνώστης άνθρωπος, αντιθέτως μαθαίνουμε σε όλη την πορεία της ζωής μας. Ο άνθρωπος μπορεί πραγματικά να μάθει πώς να αλλάζει και να ‘ρυθμίζει’ την αρνητική ψυχική διάθεση, ακόμη και όταν το εξωτερικό περιβάλλον είναι εξαιρετικά αγχογόνο, και δεν αποτελεί αδυναμία το να μην γνωρίζει το σύμπαν των δυνατοτήτων του ανθρώπινου μυαλού.