Του Xρήστου Καρύδη, Ψυχίατρου Κινητής Μονάδας Ψυχικής Υγείας Λακωνίας

Η κατάθλιψη προσβάλλει ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Συχνότερη στις γυναίκες από ό,τι στους άντρες, με αναλογία 2 προς 1. Αυτά τα ποσοστά είναι ανεξάρτητα από την εθνικότητα, τη μόρφωση, το εισόδημα και την οικογενειακή κατάσταση.

Η μείζονα κατάθλιψη έχει υψηλό δείκτη θνησιμότητας: μέχρι και 15 % των ασθενών αυτοκτονούν. Mπορεί να ξεκινήσει σε οποιαδήποτε ηλικία με ποικίλλουσα πορεία.

Κάποιοι ασθενείς έχουν μεμονωμένα επεισόδια μεταξύ των οποίων μεσολαβούν πολλά χρόνια, άλλοι βιώνουν ομάδες επεισοδίων και άλλοι έχουν ένα προοδευτικά αυξανόμενο αριθμό επεισοδίων, μεγαλώνοντας. Περίπου οι μισοί από τους ασθενείς με ένα μείζων καταθλιπτικό επεισόδιο έχουν και ένα δεύτερο.

Τα άτομα που έχουν δύο επεισόδια, έχουν 70% πιθανότητα να έχουν και τρίτο. Ένα επεισόδιο που δεν έχει αντιμετωπιστεί, συνήθως διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες ανεξάρτητα με την ηλικία έναρξης. Οι περισσότεροι ασθενείς παρουσιάζουν πλήρη ύφεση.

Στο 20 έως 30% των περιπτώσεων η ύφεση είναι μόνο μερική και στο 5% έως 10% το μείζον καταθλιπτικό επεισόδιο μπορεί να διαρκέσει για 2 ή περισσότερα χρόνια.

Όπως αναφέρθηκε ήδη, το 70-80% των μειζόνων καταθλιπτικών επεισοδίων μπορούν να θεραπευτούν. Η φαρμακευτική θεραπεία θα πρέπει να συνδυάζεται με ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις. Η γνωσιακή ψυχοθεραπεία, η διαπροσωπική και η ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία έχουν χρησιμοποιηθεί με πολύ καλά αποτελέσματα.

Οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης της σεροτονίνης (SSRIs-φλουοξετίνη, σιταλοπράμη, σετραλίνη, παροξετίνη) έχουν γίνει τα συνηθέστερα συνταγογραφούμενα φάρμακα πρώτης γραμμής για την αντιμετώπιση της κατάθλιψης λόγω της ασφάλειας, της αποτελεσματικότητας και της καλής ανοχής τους.

Σε βαριές ή ανθεκτικές περιπτώσεις κατάθλιψης χρησιμοποιούμε αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης-νοραδρεναλίνης (SNRIs- βενλαφαξίνη, ντουλοξετίνη). Άλλα αντικαταθλιπτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται είναι η μιρταζαπίνη και τα παλαιότερα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά (αμιτρυπυλίνη, χλωριμιπραμίνη).

Τα τελευταία είναι πολύ αποτελεσματικά αλλά χρειάζεται τιτλοποίηση της δόσης. Επιφυλάξεις για τη χρήση τους δημιουργεί το γεγονός οτι η υπερδοσολογία τους συνδέεται με αυξημένη θνησιμότητα.

Το 60% έως 80% των ασθενών με μείζονα κατάθλιψη ανταποκρίνεται σε μία και μόνη φαρμακοθεραπεία, σε επαρκή δόση, διάρκειας τουλάχιστον 6 εβδομάδων. Από τους υπόλοιπους, οι περισσότεροι θα έχουν τουλάχιστον μια μερική ανταπόκριση.

Το 10% -15% των ασθενών δεν βελτιώνονται επαρκώς. Ασθενείς με συνυπάρχουσες ψυχιατρικές διαταραχές, όπως διαταραχές προσωπικότητας ή ψυχωτικές διαταραχές έχουν χαμηλότερη συχνότητα ανταπόκρισης. Από τη στιγμή που ο ασθενής περιέλθει σε πλήρη ύφεση συνιστάται θεραπεία συντήρησης για τουλάχιστον 6 μήνες ώστε να μειωθεί η πιθανότητα υποτροπής.

 Όμως, λόγω της ιδιότητας της μείζονος κατάθλιψης να υποτροπιάζει, ενδείκνυται η προληπτική (μακροπρόθεσμη) θεραπεία ειδικότερα σε ασθενείς με περισσότερα από 2 προηγούμενα καταθλιπτικά επεισόδια. Επίσης, η θεραπεία συντήρησης με πλήρη δόση (π.χ.

με την ίδια δόση που απαιτείται για να υφεθεί ένα οξύ επεισόδιο) παρατηρήθηκε ότι σε πολλές περιπτώσεις είναι αποτελεσματικότερη κατά της υποτροπής από θεραπείες με μικρότερη δόση.