Δυο έρευνες του Virgen del Rocio University Hospital και ερευνητών από τις ΗΠΑ καταλήγουν ότι αντιψυχωσικά φάρμακα θα μπορούσαν να έχουν προστατευτική επίδραση έναντι του SARS-CoV-2. Για αυτό, ασθενείς που λαμβάνουν τέτοια έχουν ενδεχομένως χαμηλότερο κίνδυνο να μολυνθούν ή να εμφανίσουν ελαφρύτερη μορφή της νόσου αν κολλήσουν κορωνοιό, σύμφωνα με τη συγκεκριμένη έρευνα.

Η πρώτη περιγραφική επιδημιολογική μελέτη σε δείγμα 698 ασθενών που λάμβαναν αντιψυχωσικά στο νοσοκομείο της Σεβίλλης αποκάλυψε ότι αυτά θα μπορούσαν να παρέχουν προστασία  από τη λοίμωξη και στην τάση για σοβαρή νόσηση από COVID-19.

Ο ερευνητής των δυο μελετών Manuel Canal Rivero, δήλωσε ότι πρόκειται για πολύ ενδιαφέροντα ευρήματα που δείχνουν μια κλινική πραγματικότητα στην οποία βλέπουμε λίγους ασθενείς με σοβαρή COVID-19 παρά την παρουσία διαφόρων παραγόντων κινδύνου.

Ο αριθμός των ασθενών με  COVID-19 είναι χαμηλότερος από τον αναμενόμενο σε αυτή την ομάδα, και σε περιστατικά με λοίμωξη, η εξέλιξη είναι καλή και δεν φτάνει σε απειλητικό για τη ζωή βαθμό. Αυτά τα στοιχεία συνολικά φαίνεται να δείχνουν προς την κατεύθυνση της προστατευτικής επίδρασης αυτών των φαρμάκων.

Συμπληρωματικά προς αυτή την έρευνα, η ίδια ομάδα παρατήρησε ότι πολλά από τα γονίδια των οποίων η έκφραση αλλάζει από την COVID-19 υπορυθμίζονται σημαντικά από αντιψυχωσικά.

Tα ευρήματα πρόεκυψαν από εξέταση του προφίλ της γονιδιακής έκφρασης ασθενών με COVID-19 (ομάδα από Γιουχάν)  και ασθενείς που λάμβαναν αντιψυχωσικά (ιδιαίτερα, aripiprazole) από την ομάδα του προγράμματος Psychosis Intervention Programme (PAFIP) που ξεκίνησε πριν 20 χρόνια στο Marqués de Valdecilla University Hospital.

Ο Καθηγητής Crespo-Facorro, δήλωσε ότι με ενδιαφέροντα τρόπο η ερευνητική ομάδα έδειξε πως τα αντιψυχωσικά μειώνουν την ενεργοποίηση των γονιδίων που εμπλέκονται σε πολλές από τις φλεγμονώδεις και ανοσολογικές οδούς που συνδέονται με τη σοβαρότητα της λοίμωξης από κορωνοιό.

Επιπλέον, τονίζει ότι αν και το εύρημα χρειάζεται να αναπαραχθεί, η ανακάλυψη θα μπορούσε να είναι σημαντική.

Πηγές: Schizophrenia Research