Του ανταποκριτή μας στη Θεσσαλονίκη, Βασίλη Ιγνατιάδη

Η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού στους υγειονομικούς οδήγησε από τη μια κάποιους διστακτικούς επαγγελματίες Υγείας να πάρουν την απόφαση και να εμβολιαστούν. Από την άλλη, συνέβαλε έμμεσα στον μεγαλύτερο διχασμό ενός μέρους του πληθυσμού, δίνοντας επιχειρήματα στο αντιεμβολιαστικό κίνημα και τελικά μεγαλώνοντάς το. Ο αναπληρωτής καθηγητής Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ και μέλος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών, Εμμανουήλ Σμυρνάκης, μοιράζεται τους προβληματισμούς του στη συνέντευξή του στο iatronet. Παράλληλα, εξηγεί το πνεύμα της εισήγησης της Επιτροπής για την 3η δόση. Επισημαίνει την ανάγκη να μεταπειστούν οι 600.000 ανεμβολίαστοι μεγάλης ηλικίας, ενόψει του χειμώνα, ενώ διατυπώνει επιφυλάξεις για την αποτελεσματικότητα της πίεσης που ασκείται σε μέρος του πληθυσμού, μέσω της χρέωσης των rapid tests.

"Μέσα από την υποχρεωτικότητα, η ομάδα των αντιεμβολιαστών και όσοι είχαν αντίθετη άποψη, προκειμένου να διασφαλίσουν και το ατομικό τους συμφέρον, στην πραγματικότητα βγήκαν προς τα έξω μεταφέροντας τους προσωπικούς φόβους και τις αμφιβολίες επαγγελματιών Υγείας. Στην πραγματικότητα, αυτό δίχασε περισσότερο ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού. Θεωρώ ότι δημιουργεί ένα ζήτημα", σημείωσε ο κ. Σμυρνάκης. Σε ερώτηση αν εννοεί πως οι υγειονομικοί που επέμειναν στο μη εμβολιασμό και βγήκαν σε αναστολή, "φούντωσαν" άθελά τους το αντιεμβολιαστικό κίνημα απάντησε: "άθελά τους, ναι, αυτό ακριβώς περιγράφω. Μην ξεχνάμε ότι οι ομάδες που λειτουργούν ενάντια στον εμβολιασμό ψάχνουν στηρίγματα. Όταν, λοιπόν, έχεις τον τάδε γιατρό, τον τάδε επιστήμονα, ο οποίος βγαίνει προς τα έξω και σου λέει έχεις δίκιο, το χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα. Και δεν είμαι σίγουρος ότι κάθε άνθρωπος ο οποίος δεν έχει σπουδάσει Ιατρική έχει τη γνώση και τη δυνατότητα να επεξεργαστεί αυτό το μήνυμα και τις πληροφορίες. Θα το πάρει όπως είναι".

3η δόση: δεν πήγαμε κόντρα σε ΕΜΑ και ECDC

Ο κ. Σμυρνάκης υποστηρίζει πως η εισήγηση της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών που οδήγησε στην απόφαση για την χορήγηση 3ης δόσης εμβολίου στους άνω των 60 και στους υγειονομικούς, έπειτα από τους ανοσκατεσταλμένους, δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διεθνείς κατευθύνσεις όπως εκφράζονται και από το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC). Ουσιαστικά η απόφαση ερμηνεύει, όπως λέει, το περιεχόμενο και τις συστάσεις της πρόσφατης έκθεσης του ECDC.

"Διαπιστώνεται ότι όσο περνάει ο καιρός, 6 με 8 μήνες μετά τον εμβολιασμό, λόγω και της μετάλλαξης Δέλτα, αρχίζει η αποτελεσματικότητα του εμβολίου να μειώνεται όσον αφορά την προστασία από την ήπια νόσο - η προστασία για τη σοβαρή νόσο και τη νοσηλεία παραμένει πολύ καλή - και ιδιαίτερα αυτό συμβαίνει στα μεγαλύτερα άτομα, που είναι πιο ευάλωτα σε σχέση με τα νεότερα. Δηλαδή η αποτελεσματικότητα είναι ισχυρότερη στις μικρότερες ηλικίες", σημειώνει και προσθέτει: "Για αυτό, βλέπουμε σταδιακά και σήμερα ανθρώπους κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας που έχουν εμβολιαστεί να έχουν ένα θετικό τεστ, είτε είναι ασυμπτωματικοί είτε συμπτωματικοί, και κάποιοι από αυτούς να μπαίνουν στο νοσοκομείο, αποτελώντας όμως τη μειοψηφία σε σχέση με τους ανεμβολίαστους. Η σύσταση του ECDC κατέληγε στο ότι πρέπει να σκεφτούμε τον εμβολιασμό αυτών των ανθρώπων που είτε μένουν σε δομές φροντίδας ηλικιωμένων είτε είναι σε μεγαλύτερη ηλικία. Άρα πρακτικά δεν πήγαμε κόντρα. Μάλλον είναι η ερμηνεία αυτής της οδηγίας. Κάθε χώρα και κάθε Εθνική Επιτροπή Εμβολιασμών με βάση τα δικά της επιδημιολογικά δεδομένα, και τις δυνατότητες του συστήματος υγείας λαμβάνει τις δικές της αποφάσεις".

Έμφαση στους ανεμβολίαστους ηλικιωμένους

Όσον αφορά την συνέχεια, ο ίδιος επεσήμανε ότι παραμένει η βασική οδηγία πως πριν προχωρήσουμε σε επαναληπτική δόση στον γενικό πληθυσμό που δεν έχει κάποια νοσηρότητα πρέπει να ενισχύσουμε τον εμβολιασμό όσων δεν έχουν εμβολιαστεί ακόμα, με έμφαση στους ηλικιωμένους, αλλά και να φροντίσουμε για τον εμβολιασμό του πληθυσμού στις περιοχές του πλανήτη μας που έχουν μείνει πίσω.

Αναφορικά με το γεγονός ότι σχεδόν 600.000 άνθρωποι μεγάλης ηλικίας παραμένουν ανεμβολίαστοι και ευάλωτοι στην ενδοοικογενειακή μετάδοση, την ώρα που ανοίγουν τα σχολεία και έρχεται ο χειμώνας, ο κ. Σμυρνάκης εστιάζει στο έλλειμμα της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας και του οικογενειακού γιατρού.

"Σε επίπεδο καμπάνιας, ενημέρωσης, κοινωνικών σποτ, έχουν γίνει νομίζω παραπάνω από αυτά που χρειάζονται. Αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι μια σχέση των ανθρώπων με έναν γιατρό που εμπιστεύονται κάτι πουδυστυχώς δεν έχουν ακόμα όλοι οι Έλληνες. Πολλοί συνάνθρωποί μας εξυπηρετούνται σε υπηρεσίες υγείας αλλάζοντας γιατρό κάθε φορά, ανάλογα και με την πρόσβαση που έχουν. Σύμφωνα με έρευνες, ο άνθρωπος που μπορεί να μας επηρεάσει περισσότερο είναι ο οικογενειακός μας γιατρός και η ισχυρή του σύσταση. Όταν δεν υπάρχει αυτή, κάποιος καταφεύγει σε άλλες,συχνά αμφισβητήσιμες,πηγές πληροφόρησης", σημείωσε.

Επιφυλάξεις για την πίεση μέσω της χρέωσης των τεστ

Η πολιτική που προσπαθεί να πείσει – πιέσει τους πολίτες να εμβολιαστούν, μέσω της υποχρεωτικής διενέργειας εργαστηριακών τεστ με δική τους χρέωση, συνιστά μια μορφή υποχρεωτικότητας, με αμφίβολα αποτελέσματα, σύμφωνα με τον καθηγητή.

"Τα τεστ πρέπει να είναι εύκολα προσβάσιμα, χωρίς οικονονική επιβάρυνση για να μην έχει κανείς το στίγμα, να μη φοβάται, να μπορεί να τα κάνει. Υπάρχει εδώ μια υποχρεωτικότητα, που πολλές φορές οδηγεί τους Έλληνες ειδικά που είμαστε ένας "εύστροφος" λαός, σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουμε το εμπόδιο", παρατηρεί και προσθέτει: "Δεν είναι σίγουρο ότι αυτό θα οδηγήσει τελικά πολύ κόσμο στο να πάρει την απόφαση να εμβολιαστεί. Δεν νομίζω ότι είναι σκόπιμο να πιέσουμε επιπλέον οικονομικά τους ήδη πιεσμένους ανθρώπους - γιατί συνήθως οι άνθρωποι οι οποίοι διστάζουν να εμβολιαστούν είναι αυτοί που έχουν δεχτεί και τη μεγαλύτερη οικονομική πίεση στο σπιτικό τους. Εκεί που πρέπει να επενδύσουμε είναι η πειθώ, η συζήτηση".

Η αξία του εμβολιασμού των παιδιών, των εφήβων και των νέων

Για τους εμβολιασμούς στα παιδιά και στους νέους, υπογράμμισε τη σημασία τους, τόσο σε συλλογικό, όσο και σε ατομικό επίπεδο. "Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο συγχρωτισμός των παιδιών στα σχολεία, των φοιτητών στα πανεπιστήμια, θα οδηγήσει ουσιαστικά σε μια αύξηση των ανθρώπων που έχουν θετικό τεστ, είτε είναι ασυμπτωματικοί ή συμπτωματικοί. Λογικά αυτό θα έχει μια πρόσθετη επιβάρυνση στο σύστημα Υγείας. Θέλουμε ανοιχτά τα σχολεία και τα πανεπιστήμια και ο εμβολιασμός είναι πάρα πολύ κρίσιμος για να το πετύχουμε αυτό", είπε και πρόσθεσε: "σε ατομικό επίπεδο, ξέρουμε ότι και τα παιδιά  και οι νέοι νοσούν, σε μικρότερο βαθμό, και αυτό είναι ευτυχές, αλλά υπάρχουν αρκετά παιδιά και νέοι πλέον που νοσούν και δυστυχώς κάποια απ  αυτούς νοσούν σοβαρά". Παράλληλα, χρειάζεται ενίσχυση των μέτρων Δημόσιας Υγείας δηλαδή, τεστ των κοντινών επαφών θετικών ασθενών, σωστή χρήση της μάσκας, πλύσιμο των χεριών, καθαρισμός των επιφανειών και παραμονή στο σπίτι με τήρηση της καραντίνας όταν η κατάσταση το επιβάλει. Υπό αυτές τις συνθήκες θα έχουμε έναν όσο το δυνατό πιο φυσιολογικό χειμώνα.