Ο ταυτόχρονος εμβολιασμός για γρίπη και COVID-19 θα αποτελεί δυνητικά μία διευκόλυνση για το σύστημα Υγείας και για τους ασθενείς τον καιρό της πανδημίας.

Στο πλαίσιο ελέγχου της ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας της ταυτόχρονης χορήγησης ενός αντιγριπικού εμβολίου και ενός COVID-19 εμβολίου της AstraZeneca ή της Pfizer (ChAdOx1 ή BNT162b2), διενεργήθηκε μία πολυκεντρική, τυχαιοποιημένη, φάσης 4 μελέτη.

Συμμετείχαν ενήλικες, οι οποίοι έλαβαν - μαζί με τη δεύτερη δόση του COVID-19 εμβολίου τους - είτε κάποιο αντιγριπικό εμβόλιο είτε εικονικό εμβόλιο (placebo) και τρείς εβδομάδες αργότερα έλαβαν το εμβόλιο της γρίπης, αν πήραν placebo ή το ανάποδο.

Τα αποτελέσματα της δημοσιεύτηκαν στο διεθνές περιοδικό The Lancet και οι ιατροί της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, Πάνος Μαλανδράκης, Γιάννης Ντάνασης και Θάνος Δημόπουλος (πρύτανης ΕΚΠΑ) συνοψίζουν τη σχετική δημοσίευση.

Πρωταρχικό καταληκτικό σημείο της μελέτης ήταν κάποια συστηματική αντίδραση έως και 7 ημέρες μετά τον εμβολιασμό και επίσης αξιολογήθηκε η αντισωματική απάντηση των συμμετεχόντων.

Συνολικά, συμπεριλήφθηκαν 679 άτομα, εκ των οποίων 340 έλαβαν ταυτόχρονα τα δύο εμβόλια και 339 διαδοχικά με 21 ημέρες διαφορά.

Σε διαφορετικές υποομάδες που έλαβαν τρία διαφορετικά αντιγριπικά εμβόλια, μαζί με το εμβόλιο της εταιρείας Pfizer ή της AstraZeneca, η μη κατωτερότητα της ταυτόχρονης χορήγησης σε σχέση με τη χορήγηση με 21 ημέρες κενό επιβεβαιώθηκε σε 4 από τους 6 διαφορετικούς συνδυασμούς εμβολίων.

Στους άλλους δύο, η μη κατωτερότητα δεν πληρούσε τα στατιστικά  κριτήρια που είχαν θεσπιστεί στο σχεδιασμό της μελέτης.

Οι ανοσολογικές αποκρίσεις δεν επηρεάστηκαν από την ταυτόχρονη έγχυση και οι περισσότερες αντιδράσεις ήταν ήπιου ή μέτριου βαθμού. Μία σοβαρή ανεπιθύμητη ενέργεια περιγράφηκε, νοσηλεία λόγω κεφαλαλγίας.

Συμπερασματικά, η ταυτόχρονη χορήγηση αποδείχθηκε ασφαλής και αποτελεσματική σε αυτή την ομάδα ασθενών και μπορεί δυνητικά να διευκολύνει το σύστημα Υγείας τον επόμενο χειμώνα.

Πηγές: ΕΚΠΑ