H εξ αποστάσεως φροντίδα είναι εδώ, ανέφερε στο πλαίσιο του συνεδρίου του Iatronet, 5ο Healthcare Transformation Connecting Ecosystems, ο κ. Ηλίας Κοντούδης, Head of Market Access - Pharmaceuticals, Bayer Hellas AG, ο οποίος μίλησε για την ‘’Τηλεϊατρική: βέλτιστες πρακτικές και προαγωγή της υγείας των ασθενών’’.

Πριν τον Κορωνοϊό το 2019, μόνο ένα 11% των ανθρώπων ήταν πρόθυμο να χρησιμοποιήσει ψηφιακές υπηρεσίες υγείας, ενώ με το ξέσπασμα του Κορωνοϊού αυτό εκτοξεύτηκε πάνω από 70%. 

Πλέον βλέπουμε, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι ένα μεγάλο μέρος αυτών θα διατηρηθεί. Πλέον η εξ αποστάσεως φροντίδα είναι εδώ και θα μείνει. Αποφεύγει να χρησιμοποιήσω τον όρο τηλεϊατρική γιατί πραγματικά μπαίνουμε σε μία νέα εποχή. Στο μυαλό μας λέγοντας τηλεϊατρική υπάρχει η προσφορά υπηρεσιών στα νησιά ή σε απομακρυσμένες περιοχές, όπου ουσιαστικά έχουμε ένα κέντρο σε κάποιο σημείο της πρωτεύουσας και ένας ειδικός γιατρός παρέχει κάποιες εξειδικευμένες υπηρεσίες σε ασθενείς που βρίσκονται σε κάποιο νησί και σε συνεργασία με κάποιον παθολόγο ή κάποιον γενικό γιατρό προσφέρουν λύσεις οι οποίες μπορούν να υπάρξουν. 

Η τηλεφροντίδα λοιπόν, μιλά για ένα γενικότερο οικοσύστημα, ένα ψηφιακό οικοσύστημα φροντίδας υγείας που περιλαμβάνει κομμάτια που αφορούν τόσο το συνολικό ταξίδι του ασθενούς που ξεκινά από την πρόληψη και φτάνει μέχρι και τη διαχείριση της νόσου και την παρακολούθησή της, ενώ περιλαμβάνει ακόμα την επικοινωνία γιατρού ασθενούς και πόσο περισσότερο μπορεί αυτή να γίνει αμφίδρομη αλλά και συνεχής. Επίσης, περιλαμβάνει συσκευές που μπορούν να δίνουν έγκαιρα δεδομένα στον γιατρό που παρακολουθεί τον ασθενή, καθώς επίσης και τη Συλλογή δεδομένων. Αρα μιλάμε για ένα συνολικό ψηφιακό οικοσύστημα. 

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το pd monitor -είναι ένα σύστημα ψηφιακής λύσης για τη νόσο του Πάρκινσον, όπου ο γιατρός μπορεί με κάποιες συσκευές να παρακολουθεί εξ αποστάσεως τις κινήσεις του ασθενούς, μέσα από αυτό να παρέχει πληροφορίες στον ίδιο τον ασθενή ή στον φροντιστή και παράλληλα να προχωρήσει σε κάποιες παρεμβάσεις, όσον αφορά τις συνταγές που λαμβάνει και βέβαια έχει όλο το cloud που συγκεντρώνει τα δεδομένα των ασθενών, με αποτέλεσμα ο γιατρός για τους ασθενείς που παρακολουθεί να μπορεί να τρέξει όλες τις αναλύσεις ή τελικά να δει την πορεία της νόσου. 

Μολονότι η τηλεφροντίδα είναι εδώ για να την εγκολπώσουμε στο υπάρχον σύστημα υγείας, σημειώνει το στέλεχος της εταιρείας, θα πρέπει να λάβει υπόψη συγκεκριμένους παράγοντες. Υπάρχουν κενά στο κανονιστικό επίπεδο. Αυτή τη στιγμή σε σχέση με την έγκριση φαρμάκων που γίνονται  στον ΕΜΑ δεν υπάρχει κάποια αντίστοιχη έγκρισή τους. Οι περισσότερες ψηφιακές υπηρεσίες εγκρίνονται με βάση το πλαίσιο που υπάρχει για τα medical devices. Aρα υπάρχει κενό στο πώς αυτές οι υπηρεσίες θα έρθουν στα κράτη- μέλη. Το δεύτερο ζήτημα έχει να κάνει με την αποζημίωση. Υπάρχουν χώρες, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Αγγλία, οι οποίες έχουν εισαγάγει τέτοιες διαδικασίες λόγω του κενού που υπάρχει στις κανονιστικές αρχές, προκειμένου να αξιολογήσουν μια ψηφιακή υπηρεσία. 

Στην Ελλάδα, δεν έχουμε τέτοιο πλαίσιο, τόνισε ο κ. Κουντούδης, ελπίζοντας να δημιουργηθεί σύντομα, επισημαίνοντας ότι η αποζημίωση δεν έχει να κάνει με την υπηρεσία αυτή καθαυτή, αλλά πρέπει να λάβουμε υπόψη το χρόνο και την υπηρεσία του γιατρού, ο οποίος θα χρησιμοποιεί αυτή την υπηρεσία. 

Εδώ είχαμε κάποια βήματα. Πλέον η τηλεπίσκεψη αποζημιώνεται από τον ΕΟΠΥΥ για τους γιατρούς, οι οποίοι την πραγματοποιούν, οπότε αυτό είναι ένα πρώτο θετικό βήμα.

Το τρίτο σημείο έχει να κάνει με το νομικό πλαίσιο, το οποίο όσον αφορά το ιατρικό δίκαιο είναι απαρχαιωμένο και σίγουρα δεν συμβαδίζει με την παρούσα εποχή. 

Ενα άλλο σημαντικό σημείο είναι η ψηφιακή εγγραμματοσύνη και αυτό έχει να κάνει και με τους ασθενείς αλλά και τους φροντιστές. Κάναμε κάποια πρώτα βήματα αλλά χρειάζονται περισσότερα, έτσι ώστε και οι ασθενείς να μεταφέρουν πληροφορία στους γιατρούς που τους παρακολουθούν και το ίδιο να  ισχύει και για τους φροντιστές. 

Το άλλο σημείο αφορά την αγραμματοσύνη υγείας. Οταν κάποιος ασθενής θα μπαίνει σε μία ψηφιακή υπηρεσία ή σε μια εφαρμογή να καταθέσει και να ανεβάσει στοιχεία για την ασθένειά του θα πρέπει να καταλαβαίνει τι ακριβώς χρειάζεται, πώς πρέπει να περιγραφεί κ.λπ.

Αρα, εδώ υπάρχει διπλή ανάγκη: πώς θα μπορέσουμε να εκπαιδεύσουμε τους ασθενείς και πώς η επικοινωνία γιατρού και ασθενούς θα επιτρέψει αυτή η πληροφορία να γίνει πιο κατανοητή, να λύνονται οι όποιες απορίες και να δίνεται ο απαιτούμενος χρόνος. Η ασφάλεια των προσωπικών δεδομένων είναι επίσης σημαντική. Αρα πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες και πρέπει κάθε εταιρεία που αναπτύσσει τέτοιες υπηρεσίες ψηφιακής υγείας να τις εφαρμόζει στο ακέραιο. 

Το τελευταίο σημείο έχει να κάνει με την ενσωμάτωση αυτών των υπηρεσιών στο γενικότερο πλαίσιο συλλογής και ανάλυσης δεδομένων αλλά και του συστήματος αποζημίωσης.Συνεπώς, πρέπει να δούμε πώς τα δεδομένα που θα καταγράφονται θα μπαίνουν στον ηλεκτρονικό φάκελο του ασθενή 

Σίγουρα τα οφέλη από μια επέκταση στην ψηφιακή υγεία είναι πολύ σημαντικά και πολλαπλά. Το πρώτο είναι ότι θα έχουμε καλύτερα αποτελέσματα για τον ασθενή και αυτό που αφορά όλο του το ταξίδι, είναι η επικοινωνία γιατρού και ασθενούς, το μειωμένο κόστος διαχείρισης αλλά και ωρών από το σύστημα υγείας, η εξατομικευμένη θεραπεία, ενώ θα αυξηθεί η πρόσβαση των ασθενών στη φροντίδα και τέλος, θα μπορούμε να συγκεντρώσουμε πραγματικά δεδομένα. 

Ο Ηλίας Κοντούδης εργάζεται ως Επικεφαλής Μarket Access στον Τομέα Φαρμάκων της Bayer Ελλάς από τον Σεπτέμβριο 2020.

Είναι απόφοιτος του Τμήματος Μάρκετινγκ και Επικοινωνίας του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στη Διεθνή Πολιτική Υγείας και Οικονομικά της Υγείας (MSc International Health Policy/ Health Economics) από το London School of Economics.

Ξεκίνησε την καριέρα του στο Ηνωμένο Βασίλειο, στο τμήμα Global Health Outcomes της εταιρίας GSK ενώ στη συνέχεια διετέλεσε στέλεχος των εταιριών Janssen, GSK και Eisai σε Λονδίνο και Βρυξέλες διατηρώντας θέσεις παγκόσμιας και εθνικής εμβέλειας στον τομέα του Market Access.

Στο πλαίσιο των καθηκόντων του είχε την ευκαιρία να διασφαλίσει την πρόσβαση ασθενών σε διάφορες καινοτόμες θεραπείες αλληλοεπιδρώντας με μερικούς από τους μεγαλύτερους οργανισμούς Αξιολόγησης Τεχνολογιών Υγείας (NICE, HAS, GBA και άλλους).