Η ωχρατοξίνη Α είναι μια μυκοτοξίνη, η οποία παράγεται από συγκεκριμένους μύκητες που αναπτύσσονται σε προϊόντα φυτικής προέλευσης και ζωοτροφές. Ο Διεθνής Οργανισμός για την Έρευνα του Καρκίνου (IARC) την κατατάσσει στις δυνητικά καρκινογόνες ουσίες, που μπορεί να περάσουν στην τροφική αλυσίδα τόσο άμεσα, με απευθείας κατανάλωση των φυτικών προϊόντων, όσο και έμμεσα, με κατανάλωση κρέατος ή ιστών ζώων που την έχουν προσλάβει μέσω των ζωοτροφών.
Μεγάλη πανελλαδική μελέτη του Εργαστηρίου Υγιεινής Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης, του Τμήματος Κτηνιατρικής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, συνέλεξε και ανέλυσε για παρουσία ωχρατοξίνης Α δείγματα ιστών (κρέατος, λίπους, νεφρών και συκωτιού) από σφάγια 1.695 υγιών χοίρων, σε 113 χοιροτροφεία 8 γεωγραφικών περιοχών της χώρας. Σύμφωνα με τα ευρήματα της ανάλυσης, η μυκοτοξίνη δεν ανιχνεύτηκε στο κρέας και το λίπος των χοίρων, αλλά ήταν παρούσα σε χαμηλές συγκεντρώσεις σε δείγματα νεφρών (σε 4 περιοχές) και συκωτιού, (σε μία περιοχή).
Μιλώντας στο iatronet.gr, η επιβλέπουσα της μελέτης, Ανδρεάνα Πεξαρά (φωτογραφία), αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Κτηνιατρικής και μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου Ελέγχου Τροφίμων (Ε.Σ.Ε.Τ.) του ΕΦΕΤ, ερμηνεύει τα ευρήματα και αναφέρεται στον περιορισμένο κίνδυνο που εγκυμονούν για την ασφάλεια των τροφίμων.
Ωχρατοξίνη Α
Η μυκοτοξίνη είναι ευρέως παρούσα σε προϊόντα φυτικής προέλευσης, όπου παράγεται κυρίως από τα είδη Aspergillus και Penicillium, που αναπτύσσονται σε αυτή. Στον άνθρωπο, η χρόνια διατροφική έκθεση έχει συσχετιστεί με την ανάπτυξη όγκων στο ουροποιητικό σύστημα, ενώ ο IARC την ταξινομεί στην Ομάδα 2Β των δυνητικά καρκινογόνων ουσιών. "Κυρίως έχει νεφοτοξική δράση, αλλά και ηπατοτοξική, τερατογόνο, γονιδιοτοξική που δεν έχει μελετηθεί επαρκώς και ανοσοτοξική", αναφέρει η κ. Πεξαρά, προσθέτοντας πως διερευνάται, μαζί με άλλες ουσίες, η συσχέτισή της με νευροαναπτυξιακές διαταραχές.
Όπως παρατηρεί η ίδια, η ευρωπαϊκή νομοθεσία (Κανονισμός 2023/915) καθορίζει ανώτατα επιτρεπτά όρια παρουσίας ωχρατοξίνης μόνο σε προϊόντα φυτικής προέλευσης, αντίθετα δεν έχουν θεσπιστεί όρια για το κρέας και τα προϊόντα του.

Τι έδειξε η μελέτη
Η μελέτη, που διενεργήθηκε στο πλαίσιο διδακτορικής διατροφής της Μικέλας Βλάχου, είχε ως στόχο να εκτιμήσει την εμφάνιση και τα επίπεδα μόλυνσης σε βρώσιμους ιστούς (μύες, λίπος, νεφροί, ήπαρ) σφαγμένων χοίρων στην Ελλάδα. Τα δείγματα ελήφθησαν από χοιροτροφικές μονάδες σε 8 Περιφέρειες (Θεσσαλία, Κεντρική Μακεδονία, Ανατολική Μακεδονία - Θράκη, Ήπειρος, Στερεά Ελλάδα, Δυτική Ελλάδα, Πελοπόννησος, Κρήτη).
Σύμφωνα με τα ευρήματα:
- Δεν ανιχνεύτηκε ωχρατοξίνη Α σε δείγματα μυών ή λίπους.
- Σε 99 από τα 1.695 δείγματα νεφρών (5,8%) υπήρξε ανίχνευση, σε χαμηλές συγκεντρώσεις (από 0,36 έως 1,36 μg/kg, με μέση τιμή 0,73 μg/kg και διάμεση τιμή 0,70 μg/kg). Τα θετικά δείγματα εντοπίστηκαν σε 4 Περιφέρειες (Θεσσαλία, Κεντρική Μακεδονία, Δυτική Ελλάδα και Κρήτη), με τον υψηλότερο επιπολασμό να καταγράφεται στην Περιφερειακή Ενότητα Καρδίτσας (75 στα 105 δείγματα, ποσοστό 71,4%), όπου παρατηρήθηκε και η μέγιστη συγκέντρωση των 1,36 μg/kg.
- Η Καρδίτσα ήταν επίσης η μόνη περιοχή όπου ανιχνεύθηκε ωχρατοξίνη σε δείγματα ήπατος, σε 40 δείγματα, με συγκεντρώσεις που κυμαίνονταν από 0,42 έως 1,08 μg/kg (μέση τιμή 0,61 μg/kg, διάμεση τιμή 0,53 μg/kg).
Η εξήγηση που δίνουν οι μελετητές για τον σημαντικά υψηλότερο επιπολασμό στην Καρδίτσα σχετίζεται με παράγοντες που επηρεάζουν τη μόλυνση των ζωοτροφών, την εντατική παραγωγή δημητριακών για τη διατροφή των χοίρων, αλλά και τις συχνές περιόδους αυξημένης υγρασίας και θερμοκρασιακών διακυμάνσεων που βιώνει η περιοχή.
"Την περίοδο λήψης των δειγμάτων υπήρχε αυξημένη υγρασία και κλιματικές συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη μυκήτων", εξηγεί η κ. Πεξαρά, προσθέτοντας πως στο πλαίσιο της Ενιαίας Υγείας το Εργαστήριο μελετά επισταμένα την επίδραση της κλιματικής αλλαγής σε διάφορα πεδία που αφορούν την ασφάλεια των τροφίμων.
Μικρός ο κίνδυνος, αλλά όχι αμελητέος
Με βάση τα ευρήματα, οι συγγραφείς της μελέτης εκτιμούν ότι η έκθεση των καταναλωτών στην ωχρατοξίνη Α μέσω της κατανάλωσης χοιρινού κρέατος στην Ελλάδα είναι ελάχιστη υπό τις τρέχουσες συνθήκες. Ωστόσο, η ανίχνευσή τους σε βρώσιμα όργανα του ζώου δεν πρέπει να υποτιμηθεί, ιδίως για όσους καταναλώνουν συχνά εντόσθια ή παραδοσιακά προϊόντα που περιλαμβάνουν συκώτι ή νεφρά, καθώς και προϊόντα με βάση το κρέας, όπως αλλαντικά.
"Η Ευρωπαϊκή Αρχή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), έχει ορίσει μια συγκεκριμένη ποσότητα ωχρατοξίνης ως ανεκτή εβδομαδιαία πρόσληψη. Αυτή αντιστοιχεί σε 120 νανογραμμάρια ανά κιλό σωματικού βάρους ανά εβδομάδα", αναφέρει η κ. Πεξαρά και συμπληρώνει: "Αν παίρναμε την ωχρατοξίνη μόνο από τους νεφρούς των ζώων, για παράδειγμα, με βάση τη μεγαλύτερη ανίχνευση που βρήκαμε στη μελέτη, θα έπρεπε κάποιος να τρώει 6 κιλά νεφρούς την εβδομάδα για να υπερβεί αυτό το όριο. Γι’ αυτό εκτιμούμε τον κίνδυνο ως μικρό, ακόμη κι αν τρώει παραπροϊόντα. Αυτό όμως πρέπει να το εντάξουμε στη συνολική διατροφή και στην πρόσληψη από διαφορετικές πηγές".
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Πρωτεϊνικά πρωινά χωρίς αυγό
"Ευαγγελισμός": Σε επέμβαση για ειλεό η Μαρέβα Μητσοτάκη - Το ανακοινωθέν
Πώς τα χρώματα επηρεάζουν τη διάθεσή μας