Το Bill Marshall Award, η ανώτατη τιμητική διάκριση της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Παιδιατρικών Λοιμώξεων (European Society for Paediatric Infectious Diseases – ESPID), απονέμεται κάθε χρόνο σε μια προσωπικότητα με σημαντική κλινική, ερευνητική και εκπαιδευτική συνεισφορά στην Παιδιατρική Λοιμωξιολογία. Φέτος απονεμήθηκε στον Έλληνα ομότιμο καθηγητή Παιδιατρικής – Λοιμωξιολογίας στο ΑΠΘ, Εμμανουήλ Ροηλίδη, ο οποίος το παρέλαβε στη διάρκεια του ετήσιου συνεδρίου της ESPID που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα στη Μπολόνια.
«Νιώθω λίγο άβολα, λίγο ‘μικρός’, αν αναλογιστώ πως στο παρελθόν έχουν πάρει το βραβείο γίγαντες της Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας, άνθρωποι που υπήρξαν μέντορες και δίδαξαν πολλούς από μας. Είναι ιδιαίτερα τιμητικό για μένα», λέει στο iatronet.gr ο τιμώμενος, ο οποίος είχε πάει στη Μπολόνια ως σύνεδρος και δεν είχε μοιραστεί ούτε με τους πολύ στενούς του συνεργάτες ότι επρόκειτο να βραβευτεί. Εκφωνώντας την ομιλία, που όπως και το βραβείο φέρει το όνομα του Bill Marshall, Αυστραλού πρωτοπόρου της Παιδιατρικής Λοιμωξιολογίας στο Great Ormond Street Hospital του Λονδίνου, ο κ. Ροηλίδης εστίασε στους νεότερους συναδέλφους του και στην προσπάθειά τους να απαντήσουν σε αναδυόμενα ερωτήματα, οδηγώντας τα επόμενα βήματα της παιδιατρικής έρευνας για καλύτερη ιατρική φροντίδα.
Στη συνέντευξή του στο iatronet.gr αναφέρεται στα ορόσημα της διαδρομής του, μιλά για την πανδημία και τα διδάγματά της, για τα εμβόλια και τις σημερινές προκλήσεις στις παιδιατρικές λοιμώξεις.
Τρεις σταθμοί μιας διαδρομής 40 ετών
Οι καθηγητές Ιωάννης Καρπούζας και Γεώργιος Δαΐκος ήταν οι μέντορες και τροχιοδείκτες της μετέπειτα διαδρομής του Ε. Ροηλίδη, κατά τη διάρκεια των σπουδών του στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ. Ο πρώτος όπως λέει τον παρακίνησε να ασχοληθεί με τις λοιμώξεις και τα αντιβιοτικά, ο δεύτερος, πρωτοπόρος της λοιμωξιολογίας στην Ελλάδα, αποτέλεσε για εκείνον πρότυπο προσφοράς και προσήλωσης στην επιστήμη.
Δεύτερο ορόσημο ήταν η μετάβαση στις ΗΠΑ και στα Εθνικά Ινστιτούτα Υγείας, όπου ήρθε σε πρώτη επαφή με βαριά παιδιατρικά περιστατικά σε ανοσοκαταστολή και γνώρισε τον Tom Walsh, «γκουρού» των λοιμώξεων από μύκητες. «Είναι μια ειδική και πολύ δύσκολη κατηγορία μικροβίων, με θνητότητα τότε μεταξύ 60% και 80%», θυμάται ο καθηγητής, ο οποίος μέχρι σήμερα καλείται στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας για να συμβουλέψει στην αντιμετώπιση ειδικών μυκητιασικών λοιμώξεων. «Εκείνη την περίοδο είχαμε μόνο ένα αντιβιοτικό, την αμφοτερικίνη. Λόγω των σοβαρών παρενεργειών της, είχαμε παραφράσει το όνομά του, και αντί για amphotericin, το λέγαμε μεταξύ μας ‘amphoterrible’», σημειώνει, προσθέτοντας πως σήμερα υπάρχουν αρκετά περισσότερες επιλογές. «Το πρόβλημα είναι ότι η παιδιατρική πάντα έρχεται δεύτερη σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Ένα αντιμηκητιακό φάρμακο μπορεί να χρειαστεί μέχρι και 10 χρόνια για να τελειώσει τις κλινικές δοκιμές».
Ως τρίτο σταθμό της διαδρομής του αναφέρει την επιστροφή του στην Ελλάδα ως μέλος ΔΕΠ στο ΑΠΘ, στις αρχές του 1993. Στη Γ’ Παιδιατρική Κλινική του ΑΠΘ, στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, όπου υπηρέτησε για τρεις δεκαετίες και αφυπηρέτησε ως διευθυντής της το 2023, δημιούργησε το Ερευνητικό Εργαστήριο Λοιμώξεων, και τη Μονάδα Λοιμώξεων που άρχισε να δίνει εξειδίκευση Λοιμωξιολογίας στη Θεσσαλονίκη.
Η πανδημία
Η πανδημία κορωνοϊού συνέπεσε με τα τρία τελευταία έτη της διαδρομής του στο ΑΠΘ και στο Ιπποκράτειο, όπου εκτός από διευθυντής της Γ’ Παιδιατρικής ήταν και πρόεδρος της Επιτροπής Λοιμώξεων του νοσοκομείου, αλλά και μέλος της Εθνικής Επιτροπής Εμβολιασμών. «Ήταν ένα σημαντικότατο μάθημα για όλους μας», λέει, εξηγώντας πως «υπήρχαν και παλιότερα μεγάλες επιδημίες, αλλά αυτή ήταν η πρώτη που αντιμετωπίστηκε με αυτόν τον τρόπο, σε παγκόσμιο επίπεδο, με ό,τι μπορούσαμε να ξέρουμε επιστημονικά».
Ανακαλώντας μνήμες από την πρώτη φάση, όταν ο «εχθρός» ήταν άγνωστος, θυμάται την αγωνία και τη μεγάλη πίεση για τη διαχείριση των αρρώστων. «Έπρεπε να κάνουμε χίλια πράγματα ταυτόχρονα, υπό μεγάλη πίεση. Ποιοι άρρωστοι χρειάζονταν νοσηλεία, ποιοι θα διασωληνώνονταν. Μεγάλη πρόοδος ήταν τα high flows, με τα οποία οι ασθενείς οξυγονώνονταν καλύτερα και βοήθησαν πολλούς ανθρώπους που δεν χρειάστηκε να πάνε στη Μονάδα».
Αργότερα, όταν κυκλοφόρησαν τα εμβόλια, η Επιτροπή Εμβολιασμών συνεδρίαζε ακόμα και σε εβδομαδιαία βάση. «Είχαμε τις λεγόμενες ‘νυχτερίδες’, τις νυχτερινές διαδικτυακές συνεδριάσεις της Κυριακής για να προετοιμαστούμε για τις ανακοινώσεις της Δευτέρας».
Ένα από τα βασικά διδάγματα της πανδημίας, παρατηρεί ο κ. Ροηλίδης, είναι η δυνατότητα προετοιμασίας για αντίστοιχες μελλοντικές υγειονομικές κρίσεις. «Βλέπουμε επιδημίες έμπολα, χανταϊού των Άνδεων, δεν σημαίνει πως αυτές θα εξελιχθούν σε πανδημίες, αλλά σίγουρα θα έχουμε τέτοιες, λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής, της παγκόσμιας επικοινωνίας και των εύκολων μετακινήσεων», σημειώνει και προσθέτει: «Όμως είναι άλλο οι πανδημίες του Μεσαίωνα ή αυτές που αφάνιζαν το ¼ της βυζαντινής αυτοκρατορίας, άλλο τώρα που έχουμε τα μέσα για να τις αντιμετωπίσουμε».
Σύγχρονες προκλήσεις στις παιδιατρικές λοιμώξεις
Ο ομότιμος καθηγητής θεωρεί τη διστακτικότητα απέναντι στα εμβόλια ως την πιο σημαντική σύγχρονη πρόκληση στην Παιδιατρική Λοιμωξιολογία. «Είναι μια παρενέργεια της πανδημίας. Ένα ποσοστό του κόσμου κουράστηκε από τα εμβόλια του COVID και τις νέες παραλλαγές», παρατηρεί. Επίσης: «Λέμε συχνά ότι τα εμβόλια είναι θύματα του εαυτού τους, με την έννοια ότι παλιότερα έβλεπε κανείς τις σοβαρές επιπλοκές της ιλαράς και άλλων λοιμώξεων, και ο φόβος τον οδηγούσε σε εμβολιασμό. Σήμερα αυτά έχουν εκλείψει σε μεγάλο βαθμό, δεν βλέπει συχνά εγκεφαλίτιδες και άλλες σοβαρές επιπλοκές των λοιμώξεων και σκέφτεται γιατί να κάνω το εμβόλιο, που έχει κι αυτό παρενέργειες, όπως όλα τα φάρμακα».
Ως δεύτερη πρόκληση βλέπει τα σύγχρονα τεχνολογικά και φαρμακευτικά μέσα, που από τη μια πλευρά έχουν σοβαρό θεραπευτικό όφελος, αυξάνοντας την επιβίωση, από την άλλη έχουν επίπτωση στη συχνότητα των λοιμώξεων, όπως π.χ. την αύξηση των μυκητιάσεων σε παιδιά με ανοσοκαταστολή.
Τρίτη μεγάλη πρόκληση της παιδιατρικής λοιμωξιολογίας είναι πως παρά τη μεγάλη πρόοδο της επιστήμης, το μεγαλύτερο ποσοστό του κόσμου δεν έχει πρόσβαση σε νέα φάρμακα και ένα σημαντικό ποσοστό δεν έχει πρόσβαση ούτε σε καθαρό νερό. «Δεν ξέρω αν ποτέ ο αναπτυγμένος κόσμος θα θελήσει να το αντιμετωπίσει», καταλήγει.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Οι Φυσικοθεραπευτές ζητούν την άμεση ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα
Χάπι της AstraZeneca για την παχυσαρκία φέρνει ανατροπές
Το μέλλον της εξατομικευμένης ιατρικής: Τα γονίδια καθορίζουν τη θεραπεία