Η συμβολή των φροντιστών είναι σημαντική στην υποστήριξη και στην αποθεραπεία των ασθενών, υποστήριξαν οι ομιλητές του webinar που πραγματοποίησε η Ελληνική Εταιρεία Αντιρευματικού Αγώνα μέσω της σελίδας της στο Facebook.

Οι φροντιστές παρέχουν ουσιαστική υποστήριξη στο άτομο που χρήζει φροντίδας και είναι συνήθως κάποιος από το στενό οικογενειακό περιβάλλον. Η υποστήριξη αφορά απλές αλλά και σύνθετες ή και πολύ κοπιαστικές εργασίες και παρέχεται με αγάπη, αλληλεγγύη και υπομονή. Ωστόσο η μακροχρόνια φροντίδα απαιτεί από τους φροντιστές την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την καλλιέργεια συναισθημάτων και ικανοτήτων όπως προσαρμοστικότητα στην εναλλαγή καταστάσεων και διάθεσης του ασθενή, απόλυτη γνώση του ασθενή, ειλικρίνεια, εμπιστοσύνη, ταπεινότητα και ελπίδα. Ο φροντιστής οφείλει να σέβεται και να προστατεύει την αξιοπρέπεια, την ατομικότητα του ασθενή ενθαρρύνοντας ταυτόχρονα την διατήρηση της αυτονομίας και της αυτοεξυπηρέτησης του ασθενή τόνισε η κα Δέσποινα Τοπάλη, Επισκέπτρια Υγείας, Msc Συντονίστρια του Δικτύου Αγωγής Υγείας, 3ης ΥΠΕ, Γεν. Γραμματέας Δ.Σ. ΠΣΕΥ.

Ο όρος αυτοφροντίδα σημαίνει να φροντίζουμε τον εαυτό μας. Να αντιμετωπίζουμε δηλαδή τον εαυτό μας ως άτομο που αξίζει φροντίδα. Η αυτοφροντίδα περιλαμβάνει οποιεσδήποτε σκόπιμες ενέργειες που κάνουμε για να φροντίσουμε τη σωματική, ψυχική και συναισθηματική μας υγεία. Με άλλα λόγια είναι η ενεργή συμμετοχή στη βελτίωση της ποιότητας της υγείας.

Οι ίδιοι οι φροντιστές είναι σημαντικό να γνωρίζουν πως μπορεί να διατρέχουν κίνδυνο για  κόπωση συμπόνιας, εξάντληση, κατάθλιψη, δευτερογενές τραυματικό στρες, ακόμα και από την ίδια τη διαταραχή μετατραυματικού στρες. Πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι οι περισσότεροι φροντιστές δεν είναι καλά προετοιμασμένοι για το ρόλο τους και παρέχουν φροντίδα με ελάχιστη ή καθόλου υποστήριξη, ωστόσο πάνω από το ένα τρίτο των φροντιστών συνεχίζουν να παρέχουν εντατική φροντίδα σε άλλους ενώ οι ίδιοι υποφέρουν από προβλήματα υγείας.

Ένα συγκινητικό αποτέλεσμα αυτών των ερευνών είναι πως τα παιδιά που έχουν εκτεθεί στην τέχνη της φροντίδας γίνονται πιο ενσυναίσθητοι ως ενήλικες ανέφερε η κα Μαρία Βασιλική Οσάνα,Ψυχολόγος M.Sc.με εξειδίκευση στην Γνωσιακή Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία (CBT) στη Βραχύχρονη Θεραπεία Εστιασμένη στη Λύση (SFBT).

Άξιο αναφοράς είναι τα βασικά συμπτώματα και προειδοποιητικά σημάδια της κόπωσης και της συμπόνιας. Κάποια από αυτά είναι: ο θυμός χωρίς αιτία, το ξέσπασμα στους οικείους, η μειωμένη αίσθηση προσωπικής επιτυχίας, τα γαστρεντερικά προβλήματα, οι υπερβολικά υψηλές προσδοκίες από τον εαυτό τους ή τους άλλους, το αίσθημα απελπισίας καθώς και η υπέρταση.

Σε ό,τι αφορά το δευτερογενές τραυματικό στρες, συμβαίνει όταν ένα υπεύθυνο άτομο εκτίθεται στις εικόνες, τους ήχους, τις μυρωδιές ή τις ιστορίες του τραυματία/ ασθενή και αισθάνεται υπεύθυνο για τη μείωση του πόνου του/της. Τροπή αποφυγής του παραπάνω φαινόμενου είναι η ψυχο- εκπαίδευση καθώς και η αυτοφροντίδα.

Σε πολλά συστήματα υγείας, η ολοκληρωμένη φροντίδα θεωρείται πιθανή λύση στην αυξανόμενη ζήτηση για καλύτερη εξυπηρέτηση και καλύτερα αποτελέσματα στην υγεία των ασθενών με πολυνοσηρότητα και με ανάγκες για μακροχρόνια φροντίδα. Κατά την τελευταία δεκαετία στην ολοκληρωμένη περίθαλψη έχουν εφαρμοστεί ευρέως διάφορα μοντέλα και στρατηγικές στην Ευρώπη ενώ ακόμα  έχουν καθυστερήσει να ξεκινήσουν καθολικά ως θεσμός και καλή πρακτική στη χώρα μας. Οι ανάγκες των φροντιστών είναι η ανάγκη για ψυχολογική υποστήριξη, η ανάγκη για επικοινωνία και σύνδεση δικτύων, η ανάγκη για οικονομική υποστήριξη στο έργο της φροντίδας, η ανάγκη για εκπαίδευση και ενημέρωση στα θέματα φροντίδας του πάσχοντος. Μοντέλα ψυχοεκπαίδευσης έχουν εφαρμοσθεί διεθνώς με αξιολογημένη αποτελεσματικότητα. Στη χώρα μας, η ψυχοεκπαίδευση δεν αποτελεί καθολική παρέμβαση, ούτε έχει εφαρμοστεί ως καλή πρακτική ανέφερε ο κ. Χρήστος Πράπας, Λέκτορας Εφαρμογών, Τμήμα Δημόσιας & Κοινοτικής Υγείας, Σχολή Δημόσιας Υγείας, ΠΑΔΑ, Επισκέπτης Υγείας με εξειδίκευση στην Ψυχική Υγεία-Ψυχολόγος.

Η Ψυχοεκπαίδευση, είναι μια παρέμβαση στην οικογένεια με στόχο τη ψυχολογική υποστήριξη των μελών της. Αναγνωρίζοντας τις ανάγκες του κάθε μέλους, αξιοποιώντας τεχνικές, οι οποίες συμβάλλουν στη βελτίωση της ενδοοικογενειακής ή ευρύτερης οικογενειακής λειτουργίας. Προσδοκώντας το μεγαλύτερο δυνατό αποτέλεσμα στην αποδυνάμωση ή και εξάλειψη των αρνητικών συγκρούσεων. Δίνει ένα κλίμα δεξιότητας στην επικοινωνία,εστιάζει στην αναγνώριση και αντιμετώπιση των δυσκολιών που προκαλεί μια κατάσταση, ένα πρόβλημα, ή μια διαταραχή. Προκαλεί αλλαγή και βελτίωση σε όλους.