Πρωινό ξύπνημα σε συγκεκριμένη ώρα, ντύσιμο, μετάβαση στο γραφείο, συνεργασία με συναδέλφους, ανάθεση δουλειάς από τους προϊσταμένους και έλεγχος εκτέλεσής της σε καθορισμένα χρονοδιαγράμματα. Οι ρουτίνες επιτρέπουν ακόμα και σε άτομα με κάποιες δυσκολίες στην προσοχή, στη συγκέντρωση και στην οργάνωση να είναι λειτουργικοί και να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στις απαιτήσεις της εργασίας τους, αντιρροπώντας μέχρι ένα βαθμό αυτές τις δυσκολίες.

Η πανδημία και κυρίως ο εγκλεισμός και η τηλεργασία, ανέτρεψαν αυτές τις ρουτίνες διατάραξαν χτισμένες με κόπο ισορροπίες και έφεραν στην επιφάνεια μεγάλο αριθμό περιστατικών αδιάγνωστης Διαταραχής Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) ενηλίκων. Η δουλειά έπρεπε πλέον να βγει από τον υπολογιστή του σπιτιού, με πρόγραμμα που καλούνταν να καταρτίσει ο ίδιος ο εργαζόμενος, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις δυσκολευόταν πολύ, πλέον, να ανταποκριθεί.

Ο ψυχίατρος ενηλίκων, Θόδωρος Μπαργιώτας (φωτογραφία), είναι διευθυντής σε τμήμα Κοινοτικής Ψυχιατρικής του βρετανικού ΕΣΥ (NHS), στο πανεπιστημιακό ψυχιατρικό νοσοκομείο της Οξφόρδης Warneford Hospital. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, βλέπει πολλούς που παραπέμπονται για πρώτη φορά και ζητούν εξέταση για ΔΕΠΥ ενηλίκων.

"Διαπιστώνω πως είναι άνθρωποι που είχαν οριακή λειτουργικότητα, ήξεραν ίσως ότι δεν είχαν πολύ καλά επίπεδα προσοχής και συγκέντρωσης, αλλά κατάφερναν τα το αντιρροπούν μέσω της δουλειάς, του περιβάλλοντος του γραφείου και της υποστήριξης του οικογενειακού τους περιβάλλοντος", εξηγεί μιλώντας στο iatronet.gr και προσθέτει: "με το lockdown μειώθηκε ή χάθηκε εντελώς η θετική επίδραση του εργασιακού ή οικογενειακού περιβάλλοντος στις ρουτίνες τους και πλέον δυσκολεύονται πολύ. Μου λένε ‘γιατρέ, μπορώ πια οποιαδήποτε ώρα να σηκωθώ να καθίσω στον υπολογιστή και να κάνω τη δουλειά μου, αλλά δεν την κάνω’. Είναι γνωστό πως ένα από τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ είναι η αναβλητικότητα".

2% με 4 % του πληθυσμού

Όπως διευκρινίζει, δεν είναι μια διαταραχή που δημιούργησε η πανδημία του κορωνοϊού, αλλά αυτή συνετέλεσε στο να γίνει κατά τι πιο εμφανής στον πληθυσμό. Σύμφωνα με το DSM-V, τα συμπτώματα της ΔΕΠΥ πρέπει να έχουν εμφανιστεί μέχρι την ηλικία των 12 ετών το αργότερο. Σε πολλούς νέους, υποστρέφουν, αλλά σε ένα ποσοστό που υπολογίζεται κοντά στο 50% τα συμπτώματα παραμένουν και στην ενήλικη ζωή. Σύμφωνα με αξιόπιστες επιδημιολογικές μελέτες η διαταραχή αφορά το 2% με 4% του γενικού πληθυσμού, αλλά δεν είναι διαγνωσμένη σε όλες τις περιπτώσεις.

"Ένα από τα κριτήρια για την διάγνωση της ΔΕΠΥ είναι τα συμπτώματά της να ασκούν σημαντική επίδραση στην καθημερινή λειτουργικότητα σε πάνω από έναν τομέα. Κάποιοι είχαν αναπτύξει αντιρροπιστικούς μηχανισμούς και με τις όποιες δυσκολίες τα κατάφερναν. Έτσι, αν δεν ερχόταν η πανδημία και το lockdown μπορεί να μην κατέφευγαν ποτέ σε επαγγελματία υγείας και να μην έψαχναν διάγνωση και θεραπεία", σημειώνει ο κ. Μπαργιώτας.

Το ίδιο φαινόμενο εμφανίζεται και σε μικρότερους ενήλικους, κυρίως φοιτητές που χρειάστηκε να παρακολουθήσουν τα μαθήματά τους με τηλεκπαίδευση. "Πολλά παιδιά μου έλεγαν πως πρέπει να δουν τρεις φορές βιντεοσκοπημένη τη διάλεξη που παρακολούθησαν διαδικτυακά για να την καταλάβουν", λέει και εξηγεί: "η δια ζώσης επικοινωνία πάντα μεταφέρει πολύ περισσότερα. Δεν βλέπεις μόνο ένα κεφάλι ή ένα PowerPoint και μια φωνή να μιλάει από πίσω. Βλέπεις τη στάση του σώματος, εκφράσεις προσώπου, κινήσεις χεριών, ο δάσκαλος μεταφέρει γνώσεις με την ένταση της φωνής, με κάποιον θα μιλήσει, κάποιον θα ρωτήσει μια ερώτηση στην τάξη".

Η επίσκεψη στον επαγγελματία Ψυχικής Υγείας και η διάγνωση - έστω και όψιμα - της ΔΕΠΥ μπορεί να είναι ευεργετική για τους ενήλικες ασθενείς, καθώς η θεραπεία της είναι άκρως αποτελεσματική. "Η φαρμακοθεραπεία της ΔΕΠΥ είναι από τις πιο αποτελεσματικές θεραπείες που έχουμε. Η σωστή διάγνωση και η κατάλληλη αγωγή κυριολεκτικά μπορεί να μεταμορφώσει ζωές", τονίζει ο ψυχίατρος, επισημαίνοντας την αξία της γρήγορης διάγνωσης.

Η δοκιμασία των ψυχικά ασθενών

Τόσο η κλινική πράξη, όσο και πολλές εγχώριες και διεθνείς μελέτες έχουν αναδείξει πως η πανδημία αύξησε σημαντικά τις ανάγκες του πληθυσμού για παραπομπή σε επαγγελματίες υγείας. Όπως αναφέρει ο κ. Μπαργιώτας, στην Αγγλία, όπου δραστηριοποιείται, αυξήθηκαν σημαντικά οι αγχώδεις συνδρομές, περιστατικά ήπιας ή και σοβαρής κατάθλιψης, ενώ ο εγκλεισμός αύξησε την ενδοοικογενειακή βία και τις εξαρτήσεις.

Εκείνοι όμως που υπέφεραν δυσανάλογα ήταν οι ασθενείς με σοβαρή ψυχική νόσο, όπως η σχιζοφρένεια και η διπολική διαταραχή, με αρνητικά συμπτώματα και χρόνια ελλείμματα κοινωνικών δεξιοτήτων.

"Δεν μπορεί κανείς να συνειδητοποιήσει την σπουδαιότητα της ρουτίνας ενός ανθρώπου με βαριά ψυχική ασθένεια που δεν εργάζεται και βασίζεται στο ότι θα πάει δύο φορές την εβδομάδα σε ένα γκρουπ κοπτορραπτικής ή αγγειοπλαστικής ή κηπουρικής", επισημαίνει και προσθέτει: "Κέντρα ημέρας και δημιουργικής απασχόλησης ήταν σχεδόν η μοναδική ευκαιρία για αυτούς τους ανθρώπους να βγουν από το σπίτι, να κοινωνικοποιηθούν. Αυτά έκλεισαν στα lockdown, οι ασθενείς κλείστηκαν στο σπίτι και έχασαν πολλή από την λειτουργική τους ικανότητα, τις ρουτίνες απασχόλησης και κοινωνικοποίησης. Είχαν τεράστιο πρόβλημα και σε μεγάλο βαθμό έμειναν αβοήθητοι κοινωνικά και λειτουργικά.

Κάτι ανάλογο συνέβη σε ασθενείς με νευροαναπτυξιακές διαταραχές όπως το φάσμα του αυτισμού και η ΔΕΠΥ, που είχαν ούτως ή άλλως πρόβλημα στην κοινωνικοποίηση. "Οι αγχώδεις διαταραχές και τα καταθλιπτικά συμπτώματα επιδεινώθηκαν. Όταν έληξαν τα lockdown και καλούνταν να επιστρέψουν στις δραστηριότητες, δεν μπορούσαν πια. Είχαν χάσει αυτές τις ρουτίνες και είχε μειωθεί η κοινωνικής τους δεξιότητα".

Σχεδιάζει επαναπατρισμό

Ο κ. Μπαργιώτας μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, σπούδασε Ιατρική στο ΑΠΘ και έκανε την ειδικότητα της ψυχιατρικής στο Ηνωμένο Βασίλειο, αρχικά στο Λονδίνο και στη συνέχεια στην Οξφόρδη, όπου συνέχισε την επαγγελματική του σταδιοδρομία. Σήμερα, πηγαίνοντας κόντρα στο ρεύμα του brain drain, δεν αποκλείει τον επαναπατρισμό στην Ελλάδα. "Νομίζω ότι είναι πολύ καλή περίοδος για να επιστρέψει κανείς στην Ελλάδα, επιστημονικά. Υπάρχει ένας βαθμός ρίσκου, αλλά είμαι πολύ αισιόδοξος ότι θα πάμε καλύτερα. Το επιστημονικό δυναμικό της χώρας μας έχει πολλές δυνατήτητες", αναφέρει.

Ο ίδιος θεωρεί πως - και λόγω της πανδημίας - η Ψυχιατρική έχει πλέον καταστεί αναπόσπαστο κομμάτι της Ιατρικής τουλάχιστον στον δυτικό κόσμο και προτρέπει τους πεμπτοετείς φοιτητές στους οποίους διδάσκει, να ακολουθήσουν αυτή την ειδικότητα. Το 5% στρέφονται προς αυτήν.