Γράφει o Γιάννης Τούντας

Ομότιμος Καθηγητής Ιατρικής ΕΚΠΑ, Διευθυντής του Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής

Στον τομέα της υγείας, η νέα κυβέρνηση θα πρέπει να κάνει περισσότερα, πιο γρήγορα και πιο αποτελεσματικά. Τα νοσοκομεία του ΕΣΥ παραμένουν σε προβληματική κατάσταση, η οργανωμένη Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ) δεν υφίσταται ακόμα, παρά τη θεσμοθέτηση του προσωπικού γιατρού, και ο υποβαθμισμένος τομέας της δημόσιας υγείας - πρόληψης μόλις πρόσφατα άρχισε να αναβαθμίζεται.

Τα προεκλογικά προγράμματα των κομμάτων και οι περισσότερες από τις σχετικές εξαγγελίες κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά δεν επαρκούν, όχι μόνο γιατί οι προεκλογικές εξαγγελίες συχνά δεν υλοποιούνται, αλλά κυρίως γιατί είναι αποσπασματικές και δεν συνθέτουν ένα συνολικό σχέδιο ανασυγκρότησης ή καλύτερα «επανίδρυσης» του ΕΣΥ. Για την αντιμετώπιση των διαχρονικών παθογενειών του ΕΣΥ και για τη μετατροπή του από προβληματική κρατική υπηρεσία σε σύγχρονο δημόσιο οργανισμό, η χώρα χρειάζεται ένα «νέο ΕΣΥ».

Πρώτα απ’ όλα ο κρατισμός, ο συγκεντρωτισμός, η κομματοκρατία και το πελατειακό κράτος, τα οποία σφράγισαν τη φυσιογνωμία του ΕΣΥ από την ίδρυσή του, πρέπει να αποτελέσουν παρελθόν. Το «νέο ΕΣΥ» θα πρέπει να μπορεί να υπηρετήσει, εκτός από τις διαχρονικές αξίες της δωρεάν και ισότιμης περίθαλψης, τις σύγχρονες αξίες και αντιλήψεις της αποκέντρωσης, της διαφάνειας, της λογοδοσίας, του σχεδιασμού, της αξιολόγησης, της συνέργειας του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα, της ελευθερίας επιλογής, της συμμετοχής των ασθενών στα κέντρα αποφάσεων, της δημιουργίας συνθηκών ελεγχόμενου ανταγωνισμού -που θα μειώνουν το κόστος και θα βελτιώνουν την ποιότητα- και, κυρίως, της σύγχρονης διοίκησης. Το ΕΣΥ δεν μπορεί -και δεν πρέπει- να διοικείται από το γραφείο του εκάστοτε υπουργού Υγείας, αλλά από αξιοκρατικά όργανα με την αναγκαία τεχνοκρατική υποστήριξη, στην κορυφή, στις Υγειονομικές Περιφέρειες, στα νοσοκομεία, στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας (ΠΦΥ).

Δεύτερη σημαντική προτεραιότητα αποτελεί ο επανασχεδιασμός του νοσοκομειακού χάρτη (νοσοκομεία, κλινικές, εργαστήρια) με βάση τον χάρτη υγείας που θα πρέπει επιτέλους να ολοκληρωθεί, προκειμένου οι οργάνωση του «νέου ΕΣΥ» να αντιστοιχεί στις ανάγκες υγείας του πληθυσμού κάθε περιφέρειας. Για τον σκοπό αυτό θα απαιτηθούν συγχωνεύσεις, αλλαγές χρήσης, δημιουργία νοσοκομειακών συμπλεγμάτων και δικτύων συνεργαζόμενων νοσοκομείων, καθώς και ανακατανομή κλινών, κλινικών και εργαστηρίων με ορθολογικά κριτήρια αντί με πελατειακά. Τα νοσοκομεία του ΕΣΥ θα πρέπει να μετατραπούν σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (ΝΠΙΔ), για να αποκτήσουν διαχειριστική αποτελεσματικότητα, απαλλαγμένα από τις χρονοβόρες γραφειοκρατικές διαδικασίες των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), διατηρώντας, όμως, παράλληλα τον δημόσιο χαρακτήρα τους ως θυγατρικές εταιρείες των Υγειονομικών Περιφερειών - ΥΠΕ (ΝΠΔΔ).

Ιδιαίτερη προτεραιότητα θα πρέπει να δοθεί στην ανάπτυξη της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, που αποτελεί τον αδύναμο κρίκο του συστήματος και όχι τη ραχοκοκαλιά του όπως θα έπρεπε. Η θεσμοθέτηση του προσωπικού γιατρού και η αναμενόμενη εφαρμογή του Ηλεκτρονικού Φακέλου Υγείας (ΗΦΥ) είναι θετικά βήματα, αλλά δεν αρκούν. Η ολοκληρωμένη ΠΦΥ θα πρέπει να βασίζεται στον θεσμό της οικογενειακής ιατρικής με επίκεντρο την οικογένεια -και όχι το άτομο- και να παρέχεται από τις δομές του ΕΣΥ (Κέντρα Υγείας, Τοπικές Ομάδες Υγείας - ΤΟΜΥ, Περιφερειακά Ιατρεία), της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του συμβεβλημένου ιδιωτικού τομέα, οργανωμένα σε τοπικά δίκτυα ΠΦΥ, σε στενή συνεργασία με τον προσωπικό γιατρό.

Εκτός, όμως, από οργανωμένη ΠΦΥ, η χώρα έχει ανάγκη και από ισχυρό τομέα δημόσιας υγείας σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, που να μην περιορίζεται μόνο στην πρόληψη -στην οποία υλοποιούνται πρόσφατα σημαντικά προγράμματα- αλλά να περιλαμβάνει την προστασία και την προαγωγή της υγείας του πληθυσμού, κάτι που δεν κατοχυρώνει ο νόμος του 2020 για τη Δημόσια Υγεία.

Για την επαρκή στελέχωση του ΕΣΥ, εκτός από την αύξηση των απολαβών, θα πρέπει να συνδεθεί ο μισθός με το προσφερόμενο έργο και η υιοθέτηση ποικίλων μορφών απασχόλησης, ανάλογα με τις μόνιμες ή έκτακτες ανάγκες κάθε μονάδας, αλλά και με τις επιλογές του ενδιαφερόμενου προσωπικού, καθώς και να διευρυνθεί η δυνατότητα επιπρόσθετου αμειβόμενου έργου από ιδιωτικούς πόρους εντός των μονάδων του ΕΣΥ.

Τέλος, στο κρίσιμο ζήτημα της χρηματοδότησης, εκτός από την αυτονόητη αύξηση της δημόσιας δαπάνης υγείας από 5% στο 6% του ΑΕΠ, θα πρέπει ο ΕΟΠΥΥ να μετατραπεί σε ενιαίο μοναδικό αγοραστή-πληρωτή με αποκλειστική διαχείριση της εθνικής χρηματοδότησης υγείας, να ενσωματωθούν οι ιδιωτικές πληρωμές και παραπληρωμές (τα φακελάκια της ντροπής) στην επίσημη χρηματοδοτική διαδικασία με τη μορφή συνασφάλισης ή συμπληρωματικής ασφάλισης, καθώς και να διαμορφωθεί ένα δομικά σταθερό και λειτουργικό πλαίσιο τιμών. Μόνο έτσι θα αντιμετωπιστεί το απαράδεκτο φαινόμενο των υψηλότερων ιδιωτικών δαπανών υγείας στην Ευρώπη, το οποίο καθιστά το σύστημα υγείας στη χώρα μας ένα από τα πιο ιδιωτικοποιημένα και, συνακόλουθα, πιο κοινωνικά άδικα συστήματα διεθνώς.

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Συνέδριο ΙΣΑ: Σύγχρονες προκλήσεις του επαγγελματία ιατρού
ΜΗΤΕΡΑ: Εκπαιδευτικό σεμινάριο Mitera Arthroscopy Course-MAC1
Νέα σειρά podcasts από τη Novartis Hellas: ‘’Η φωνή των ασθενών με πολλαπλή σκλήρυνση’’