Ένα ποσοστό 5% με 6% του γενικού πληθυσμού που έχει νοσήσει από COVID-19 εμφανίζει συμπτώματα μακροχρόνιας COVID που επιμένουν πάνω από 12 εβδομάδες μετά την οξεία φάση της νόσησης. Περίπου ένας στους πέντε από αυτούς τους ασθενείς, ανάμεσα σε άλλα συμπτώματα της Long COVID, εμφανίζει νευρογνωστικές δυσκολίες όπως διαταραχές στη σκέψη, στη μνήμη και στην προσοχή, καθώς και νευροψυχιατρικές όπως κατάθλιψη και άγχος.

Σε μια state of the art δημοσίευσή της στο British Medical Journal, η αναπληρώτρια καθηγήτρια κλινικής νευροψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ελένη Αρετούλη (φωτογραφία), επιχειρεί να συνοψίζει την επιστημονική γνώση σε ένα πολύπλοκο πεδίο έρευνας που έχει πολύ δρόμο ακόμη να διανύσει, προκειμένου να κατανοήσει τους μηχανισμούς και να προτείνει αποτελεσματικές θεραπευτικές παρεμβάσεις για τους ασθενείς, όπως η ίδια εξηγεί, μιλώντας στο iatronet.gr. Η εργασία της βραβεύτηκε πρόσφατα, στο πλαίσιο των ετήσιων βραβείων ερευνητικής αριστείας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Μηχανισμοί και παράγοντες κινδύνου
Η Long COVID ως γενική κλινική οντότητα που έχει προκύψει από την πανδημία, έχει θέσει μια ερευνητική πρόκληση για τους επιστήμονες, λόγω των πολλαπλών εκδηλώσεών της, καθώς και των σύνθετων και εν πολλοίς ανεξερεύνητων μηχανισμών παθογένεσης. "Δεν έχουμε καν έναν κοινό ορισμό για αυτή την κλινική οντότητα, ενώ υπάρχει μεγάλη μεθοδολογική ετερογένεια στις μελέτες, με αποτέλεσμα συχνά να προκύπτουν αντιφατικά ευρήματα, με μεγάλο εύρος διακυμάνσεων", παρατηρεί η ερευνήτρια.
Αναφορικά με τις γνωστικές και νευροψυχιατρικές διαταραχές, παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχει ακόμη ένας αξιόπιστος διαγνωστικός δείκτης, από τις περισσότερες μελέτες προκύπτει πως επηρεάζουν περίπου το 20% όσων αντιμετωπίζουν Long COVID. Αυτές προκύπτουν τόσο υποκειμενικά, από αυτοαναφορές των ασθενών, όσο και αντικειμενικά, από τα ευρήματα μετρήσεων επίδοσης σε δοκιμασίες, ενώ συνδέονται με σημαντική λειτουργική, επαγγελματική και οικονομική επιβάρυνση.
Τα γνωστικά ελλείμματα είναι μέτρια στα περισσότερα άτομα, ενώ δυνητικούς παράγοντες κινδύνου αποτελούν, μεταξύ άλλων, το γυναικείο φύλο, η βαρύτητα της νόσου, η εμβολιαστική κατάσταση, οι παραλλαγές του ιού, κάποιες συννοσηρότητες και εν μέρει η προχωρημένη ηλικία.
"Έχουμε δει κάποια μεγαλύτερη επιβάρυνση σε ηλικιωμένους ασθενείς, χωρίς να είναι πολύ ξεκάθαρος ο ρόλος της ηλικίας, καθώς υπάρχουν και νεότεροι που υποφέρουν πραγματικά", αναφέρει η κ. Αρετούλη, προσθέτοντας πως είναι πιο ξεκάθαρος ο ρόλος της βαρύτερης νόσησης. "Διαφαίνεται πως όσοι είχαν ανάγκη νοσηλείας, ανεξαρτήτως ηλικίας, είχαν μεγαλύτερο κίνδυνο εμφάνισης συμπτωμάτων αυτού του είδους", υπογραμμίζει, διευκρινίζοντας, πάντως, πως υπάρχουν και μελέτες που συνδέουν τη νοσηλεία και για άλλου είδους νοσήματα - ανεξάρτητα από τη Long COVID - με αυξημένα νευροψυχιατρικά συμπτώματα κατά την αποκατάσταση.
Σε ό,τι αφορά τους μηχανισμούς που εμπλέκονται, η γνώση είναι επίσης περιορισμένη. Ανάμεσα σε αυτούς που έχουν αναφερθεί στις μελέτες περιλαμβάνονται η υποξία και η ελλιπής αιμάτωση, οι αντιδράσεις του ανοσοποιητικού, καθώς και κάποιες φλεγμονώδεις διεργασίες, οι οποίες μπορεί να εξηγούν και γιατί κάτι κάποια συμπτώματα μπορεί να εμφανίζονται ως και 3 μήνες μετά τη νόσηση, χωρίς να έχει μεσολαβήσει κάτι ενδιάμεσα.
Το παράθυρο ευκαιρίας για παρέμβαση
Η πρώιμη περίοδος ανάρρωσης από την οξεία νόσο αναφέρεται ως ένα πιθανό παράθυρο ευκαιρίας για ψυχολογική - ψυχιατρική παρέμβαση, με στόχο την αλλαγή της πορείας των ασθενών. Κάποια είδη ψυχοθεραπείας -όπως η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) και η θεραπεία Αποδοχής και Δέσμευσης (ACT) - η ενσυνειδητότητα (mindfulness), σε συνδυασμό με σωματική δραστηριότητα, υποστήριξη από ομοτίμους και φαρμακοθεραπεία, είναι προτεινόμενες μορφές παρέμβασης.
"Δεν υπάρχουν πολλές μελέτες που να έχουν εξετάσει ακριβώς την παρέμβαση με συγκεκριμένα πρωτόκολλα, αλλά φαίνεται πως οι ψυχολογικές - ψυχιατρικές παρεμβάσεις που έχουμε για τις άλλες ψυχικές διαταραχές έχουν κάποια αποτελεσματικότητα", υπογραμμίζει η αναπληρώτρια καθηγήτρια και συμπληρώνει: "Η νευροψυχολογική αποκατάσταση, ακόμη και κάποιες πιο ιδιαίτερες παρεμβάσεις όπως ο διακρανικός μαγνητικός ερεθισμός (TMS) φαίνεται επίσης να βοηθούν, παρόλο που δεν έχουμε πολλά στοιχεία ακόμη".
Διεπιστημονική ολιστική προσέγγιση
Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα της εργασίας, η κ. Αρετούλη καταλήγει στο ότι χρειάζονται πολύ περισσότερες μελέτες για την κατανόηση και διαχείριση του συνδρόμου Long COVID γενικά και των γνωστικών - νευροψυχιατρικών διαταραχών ειδικότερα. "Χρειάζεται προσοχή για να μην καταργούμε την εμπειρία πολλών ασθενών οι οποίοι πραγματικά υποφέρουν, γιατί κάτι που δεν το καταλαβαίνουμε απόλυτα τείνουμε να μην το χειριζόμαστε κατάλληλα", παρατηρεί και προσθέτει: "Οι ασθενείς αυτοί που πραγματικά αντιμετωπίζουν σημαντικές δυσκολίες χρειάζονται διεπιστημονική, ολιστική προσέγγιση γιατί η μακροχρόνια αυτή νόσηση έχει επηρεάσει ενδεχομένως πολλαπλά συστήματα. Σίγουρα χρειάζονται πολλαπλές μελέτες σε επίπεδο παρέμβασης, να δούμε δηλαδή συγκεκριμένα σε αυτούς τους ασθενείς τι λειτουργεί πιο αποτελεσματικά, σε αυτό το αυτό το παράθυρο ευκαιρίας".
Ως προκλήσεις της περαιτέρω έρευνας αναφέρονται, επίσης, τα διαγνωστικά κριτήρια για τη Long COVID, οι παράγοντες κινδύνου, το φαινοτυπικό προφίλ των ασθενών που θα οδηγήσει σε εξατομικευμένες θεραπευτικές παρεμβάσεις, αλλά και πρωτοβουλίες για τη μείωση του στίγματος.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
ΕΕ: Καλεί την Ελλάδα να ενσωματώσει οδηγία κατά της σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών
Ποια είναι η καλύτερη ώρα για να φάμε αμύγδαλα
‘’Άλμα Ζωής’’ Ν.Θεσσαλονίκης - Βιωματική Ημερίδα με θέμα ‘’Καρκίνος του Μαστού: Άλματα Ζωής μέσα από διαλόγους’’