H ιλαρά παρουσιάζει εποχική αύξηση στα τέλη του χειμώνα και στις αρχές της άνοιξης. Οι πολίτες πρέπει να ελέγξουν έγκαιρα την εμβολιαστική τους κατάσταση και να διασφαλίσουν ότι είναι πλήρως προστατευμένοι. 

Τα παραπάνω επισημαίνονται στο ενημερωτικό δελτίο του ΕΟΔΥ. Οι ειδικοί του Οργανισμού σημειώνουν πως περίπου το 30% των νοσούντων με  ιλαρά εμφανίζει μία ή περισσότερες επιπλοκές κατά τη διάρκεια της λοίμωξης, ενώ τουλάχιστον ένας στους τέσσερις χρειάζεται νοσηλεία.

Ιδιαίτερα ευάλωτα παραμένουν τα βρέφη και τα μικρά παιδιά, με τα παιδιά κάτω των 5 ετών να αποτελούν περίπου το 40% των περιστατικών για το 2025.

Τα βρέφη κάτω του ενός έτους δεν είναι ακόμη σε ηλικία που να μπορούν να εμβολιαστούν και αποτελούν την ομάδα με τη μεγαλύτερη ευαλωτότητα στην ιλαρά και τις επιπλοκές της.

Η ιλαρά, ωστόσο, επηρεάζει όλες τις ηλικιακές ομάδες. Σύμφωνα με τα δεδομένα του το Ευρωπαϊκού Κέντρου Πρόληψης και Ελέγχου Νοσημάτων (ECDC), για τον Δεκέμβριο 2025, η κατανομή των περιστατικών ανά ηλικία δείχνει ότι το 4% αφορά βρέφη κάτω του ενός έτους, το 22% παιδιά ηλικίας 1-4 ετών, το 7% παιδιά 5-9 ετών, το 5% παιδιά 10-14 ετών, το 4% εφήβους 15-19 ετών, το 26% ενήλικες 20-29 ετών και το 32% ενήλικες άνω των 30 ετών.

Κρούσματα στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, κατά το έτος 2024, δηλώθηκαν 38 κρούσματα ιλαράς και κανένας θάνατος.

Στην πλειοψηφία τους (72%) τα δηλωθέντα κρούσματα ιλαράς ήταν επίνοσα άτομα ελληνικής υπηκοότητας, με συχνότερη την ηλικιακή ομάδα των 45-64 ετών (13/38), ακολουθούμενη από την ηλικιακή ομάδα των 25-44 ετών (11/38), ενώ το 25% των κρουσμάτων ήταν παιδιά και έφηβοι.

Στα δηλωθέντα κρούσματα ιλαράς συμπεριλαμβάνονται 30% εργαζόμενοι σε μονάδες υγείας, ανεμβολίαστοι ή ατελώς εμβολιασμένοι και 19% Ρομά.

Το 50% των κρουσμάτων ήταν ενδημικά και τα υπόλοιπα ήταν εισαγόμενα ή επαφές με εισαγόμενο κρούσμα. Κατά το έτος 2025 δηλώθηκαν τέσσερα κρούσματα ιλαράς και κανένας θάνατος. Τα περιστατικά αφορούσαν άτομα ηλικίας 25 έως 45 ετών.

Ένα κρούσμα ήταν εισαγόμενο, ενώ τα υπόλοιπα τρία ήταν άγνωστης προέλευσης και αφορούσαν άτομα ελληνικής υπηκοότητας. Από τα τέσσερα κρούσματα, τα τρία ήταν επίνοσα, καθώς δεν διέθεταν πλήρη εμβολιαστική κάλυψη, ενώ το τέταρτο αφορούσε ανοσοκατεσταλμένο ασθενή με χρόνιο υποκείμενο νόσημα.

Επιπλέον, ένα από τα περιστατικά καταγράφηκε σε εργαζόμενο σε μονάδα φροντίδας υγείας, γεγονός που αναδεικνύει εκ νέου την ιδιαίτερη σημασία του εμβολιασμού για τους επαγγελματίες υγείας.

Εμβολιασμός

Σύμφωνα με το Εθνικό Πρόγραμμα Εμβολιασμών, συνιστώνται δύο δόσεις του εμβολίου MMR μετά την ηλικία των 12 μηνών.

Η δεύτερη δόση συστήνεται μεταξύ 24 και 35 μηνών, αλλά μπορεί να χορηγηθεί και νωρίτερα, αρκεί να έχουν περάσει τουλάχιστον τέσσερις εβδομάδες από την πρώτη.

Παιδιά και έφηβοι που δεν έχουν λάβει τη δεύτερη δόση θα πρέπει να την αναπληρώσουν το ταχύτερο δυνατόν.

Τα άτομα που έχουν γεννηθεί πριν από το 1970 θεωρούνται άνοσα, ενώ όσοι έχουν γεννηθεί μετά το 1970 θα πρέπει να έχουν λάβει δύο δόσεις MMR, εκτός εάν υπάρχει αντένδειξη ή ιστορικό νόσησης.

Σε περιόδους επιδημίας, και ειδικά πριν από ταξίδι σε χώρα όπου ενδημεί η ιλαρά, συστήνεται μία δόση MMR σε βρέφη ηλικίας 6 έως 11 μηνών, με επανεμβολιασμό με δύο δόσεις μετά τον 12ο μήνα, σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα.

Επειδή μετά τη χορήγηση εμβολίου απαιτούνται μέχρι και δύο εβδομάδες για αποτελεσματική προστασία, συνιστάται να γίνεται  έλεγχος της εμβολιαστικής κάλυψης αρκετό χρόνο πριν από κάθε ταξίδι.

Ομάδες πληθυσμού με αυξημένο κίνδυνο, όπως εργαζόμενοι σε υπηρεσίες υγείας, εκπαιδευτικοί, φοιτητές και σπουδαστές, ενήλικες που πρόκειται να ταξιδέψουν στο εξωτερικό και μέλη οικογενειών ατόμων με ανοσοκαταστολή, καλούνται να είναι πλήρως εμβολιασμένοι, εκτός αντενδείξεων.

Πηγές:
Ενημερωτικό Δελτίο ΕΟΔΥ

Ειδήσεις υγείας σήμερα
Ξενώνα φιλοξενίας στη Θεσσαλονίκη απέκτησαν οι καρκινοπαθείς της Έδεσσας
Ψυχοθεραπεία Gestalt, φύλο και σεξουαλικότητα: Ο άνθρωπος πέρα από τα στερεότυπα
Καρκίνος προστάτη: Ορμονοθεραπεία στη μετεγχειρητική ακτινοθεραπεία - Ποιοι ασθενείς ωφελούνται