Η γονική παχυσαρκία αποτελεί τεκμηριωμένα ισχυρό παράγοντα κινδύνου για την ανάπτυξη παχυσαρκίας και στους εφήβους. Ωστόσο, η σύγκριση απλών δεικτών γονέων που ζουν με παχυσαρκία και των εφήβων παιδιών τους δείχνει πως η εξέλιξη δεν είναι προκαθορισμένη. Μελέτη του αγροτικού ιατρού και ειδικευόμενου Παθολογίας, Βασίλη Μούρνου (φωτογραφία), στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού του προγράμματος στο Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ συνέκρινε απλά σωματομετρικά χαρακτηριστικά και μεταβολικούς δείκτες μελών της ίδιας οικογένειας και έδειξε πως οι συγκεκριμένες παράμετροι δεν αρκούν για να προβλέψουν την εμφάνιση παχυσαρκίας σε εφήβους όταν οι γονείς πάσχουν από παχυσαρκία.
Παρά το ισχυρό γενετικό υπόβαθρο, η κληρονομικότητα εκτιμάται ότι εξηγεί περίπου το 50% της διακύμανσης του κινδύνου, ενώ το υπόλοιπο αποδίδεται σε περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες
Βασικό συμπέρασμα της μελέτης, όπως εξηγεί στο iatronet.gr ο συγγραφέας της, είναι πως οι στρατηγικές διαχείρισης βάρους δεν πρέπει να στοχεύουν στον κάθε έφηβο ξεχωριστά, αλλά στο σύνολο της οικογένειας, με συμβουλευτική για την αλλαγή συνηθειών που μπορούν να επηρεάσουν όλα τα μέλη της.
Στόχος και μεθοδολογία της μελέτης
Η εργασία, που έγινε στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Καρδιονεφρομεταβολικά Νοσήματα, η Σύνδεση της Τεκμηριωμένης Ιατρικής με την Ιατρική Ακριβείας», με επιβλέποντα τον επίκουρο καθηγητή Χάρη Κουφάκη, περιέλαβε δείγμα 34 οικογενειών, με συνολικά 45 παιδιά στην εφηβεία (12 – 18 ετών), που έχουν τουλάχιστον έναν βιολογικό γονέα με παχυσαρκία (με Δείκτη Μάζας Σώματος πάνω από 30).
Η μελέτη εστίασε αποκλειστικά σε απλές, συνήθεις μετρήσεις που σχετίζονται με την παχυσαρκία και μπορεί να κάνει εύκολα ένας γιατρός στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας:
- Ανθρωπομετρικές: ΔΜΣ, περιφέρεια μέσης, περίμετρο ισχίων, περίμετρο λαιμού.
- Μεταβολικές: Μέτρηση γλυκόζης, λιπιδαιμικού προφίλ, νεφρικής και ηπατικής λειτουργίας κ.α.
Όπως διευκρινίζει ο μελετητής, στόχος δεν ήταν η διερεύνηση της ήδη καλά τεκμηριωμένης πολυπαραγοντικής αιτιολογίας της παχυσαρκίας, αλλά η αξιολόγηση του κατά πόσον τα συνήθως μετρούμενα ανθρωπομετρικά και μεταβολικά χαρακτηριστικά των γονέων μπορούν να εξηγήσουν την ενδοοικογενειακή ομοιότητα ως προς το σωματικό βάρος των εφήβων σε έναν συγκεκριμένο πληθυσμό της καθημερινής κλινικής πρακτικής.
"Σκοπός ήταν να δούμε αν αυτές οι συγκεκριμένες παράμετροι έχουν κάποια συσχέτιση και αν μπορούν να προβλέψουν τον κίνδυνο να εμφανίσει υπέρβαρο ή παχυσαρκία το παιδί, ώστε να αναγνωριστούν έγκαιρα και να προληφθούν", σημειώνει ο κ. Μούρνος.
Ευρήματα
Τα ευρήματα επιβεβαίωσαν αρχικά την οικογενειακή ομαδοποίηση (family clustering) και τον αυξημένο κίνδυνο που διατρέχουν παιδιά γονέων με παχυσαρκία να αναπτύξουν και τα ίδια αυξημένο σωματικό βάρος. Ωστόσο, η πλειονότητα των εφήβων του δείγματος (26 στους 45 ή ποσοστό 58%) είχαν φυσιολογικό σωματικό βάρος, γεγονός που εξ αρχής επιβεβαίωσε πως δεν πρόκειται για ένα βέβαιο πρότυπο μετάβασης.
Στο πλαίσιο της μελέτης έγιναν αναλυτικές μετρήσεις των ανθρωπομετρικών και μεταβολικών παραμέτρων σε όλους τους συμμετέχοντες (ενήλικες και παιδιά) και σύγκριση των τιμών μεταξύ του κάθε εφήβου και του κάθε γονέα ξεχωριστά.
"Η ανάλυση έδειξε πως οι συνήθεις παράμετροι που υπολογίστηκαν δεν παρουσίασαν στατιστικά σημαντική συσχέτιση με το σωματικό βάρος των εφήβων. Οι μετρήσεις που κάναμε δεν βοήθησαν στο να προβλεφθεί η ανάπτυξη παχυσαρκίας στους εφήβους με βάση τα χαρακτηριστικά των γονέων τους", σημειώνει ο μελετητής, προσθέτοντας: "Το εύρημα αυτό ενδέχεται να υποδηλώνει ότι η γονική παχυσαρκία δεν μεταφράζεται σε έναν ομοιόμορφο ή ντετερμινιστικό φαινότυπο στους απογόνους, αλλά αλληλεπιδρά με πολλαπλούς τροποποιητικούς παράγοντες, οι οποίοι μπορούν είτε να ενισχύσουν είτε να μετριάσουν την ευαλωτότητα στην παχυσαρκία κατά την εφηβεία".
Ένας περιορισμός ήταν ο μικρός αριθμός του δείγματος. Μεγαλύτερες μελέτες, που θα περιλάμβαναν περισσότερες οικογένειες, ενδέχεται να αναδείξουν κάποιες συσχετίσεις μεταξύ των επιμέρους γονικών χαρακτηριστικών και του σωματικού βάρους των εφήβων.
Η επίδραση του τρόπου ζωής
Τροποποιήσιμοι παράγοντες του τρόπου ζωής, όπως η διατροφή, η σωματική άσκηση, η ποιότητα ύπνου και άλλοι, οι οποίοι δεν αποτέλεσαν αντικείμενο αυτής της μελέτης, μπορούν να αντιστρέψουν τον κίνδυνο εμφάνισης παχυσαρκίας σε εφήβους με παχύσαρκους γονείς. "Το γενετικό υπόβαθρο επηρεάζει σχεδόν κατά το ήμισυ, αλλά το υπόλοιπο σχετίζεται με περιβαλλοντικούς και συμπεριφορικούς παράγοντες", σημειώνει ο κ. Μούρνος, παρατηρώντας πως "μελέτες ακόμα και σε διδύμους έδειξαν ότι η τροποποίηση των παραγόντων κινδύνου μπορεί να εξαλείψει πλήρως τον κίνδυνο ανάπτυξης παχυσαρκίας, που έχει γενετικό υπόβαθρο".
Με αυτό το δεδομένο, η μελέτη σημειώνει πως οι παρεμβάσεις για τη διαχείριση σωματικού βάρους πρέπει να γίνονται οικογενειοκεντρικά, και όχι να εστιάζουν σε κάθε έφηβο ξεχωριστά. "Σε ένα νοικοκυριό, καλώς ή κακώς, τα μέλη της οικογένειας μοιράζονται κοινό τρόπο ζωής και κοινές συνήθειες. Αν αθλούνται οι γονείς πιθανότατα θα αθληθούν και τα παιδιά, ενώ οι διατροφικές συνήθειες είναι κοινές", παρατηρεί ο συγγραφέας της μελέτης και καταλήγει: "Οι γονείς θα πρέπει να ενθαρρύνονται να αποτελούν πρότυπα υγιεινών διατροφικών συνηθειών, να προάγουν τη συστηματική σωματική δραστηριότητα, να περιορίζουν τις καθιστικές συμπεριφορές, να διασφαλίζουν επαρκή ύπνο και να διαμορφώνουν ένα υποστηρικτικό οικογενειακό περιβάλλον που διευκολύνει τη διατήρηση υγιεινών συνηθειών μακροπρόθεσμα. Τέτοιες ολοκληρωμένες, οικογενειοκεντρικές στρατηγικές παραμένουν ο ακρογωνιαίος λίθος της πρόληψης και θεραπείας της παχυσαρκίας κατά την εφηβεία".
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
14 ασθενείς από το Δαφνί στο "Αττικόν" με αναπνευστικά προβλήματα λόγω της πυρκαγιάς στο Αιγάλεω
Συμβουλές για πιο εύκολο ύπνο
ΙΣΑ: Ζητεί διευκρινιστική εγκύκλιο για αναβολή στράτευσης ιατρών που βρίσκονται σε αναμονή για ειδικότητα