Η παχυσαρκία αποτελεί σήμερα μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη δημόσια υγεία, καθώς συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη τύπου 2, καρδιαγγειακά νοσήματα και άλλες μεταβολικές διαταραχές. Τα τελευταία χρόνια, τα φάρμακα της κατηγορίας GLP1 έχουν αλλάξει σημαντικά την αντιμετώπισή της, προσφέροντας σε πολλούς ανθρώπους ουσιαστική απώλεια βάρους και βελτίωση μεταβολικών δεικτών. Το ερώτημα που ανακύπτει πλέον δεν είναι μόνο πώς επιτυγχάνεται η απώλεια βάρους, αλλά και πώς μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα με τρόπο πιο πρακτικό και βιώσιμο για τον ασθενή.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό Obesity, η οποία εξέτασε αν η θεραπεία με αγωνιστές του υποδοχέα GLP1 μπορεί, μετά την αρχική επιτυχία, να συνεχιστεί με μειωμένη συχνότητα χορήγησης χωρίς να χαθούν τα οφέλη που έχουν ήδη επιτευχθεί.
Η καθηγήτρια Θεραπευτικής - Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής, Παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου και η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (βιολόγος), αναφέρουν ότι, πιο συγκεκριμένα, η μελέτη στόχευσε να αξιολογήσει κατά πόσο μια τέτοια στρατηγική «συντήρησης» μπορεί να διατηρήσει όχι μόνο τη μείωση του σωματικού βάρους, αλλά και τις θετικές αλλαγές στη σύσταση σώματος και στις παραμέτρους που σχετίζονται με το μεταβολικό σύνδρομο.
Πρόκειται για μια αναδρομική σειρά περιστατικών που περιέλαβε 30 ενήλικες ασθενείς, οι οποίοι είχαν ήδη πετύχει απώλεια βάρους με εβδομαδιαία χορήγηση σεμαγλουτίδης ή τιρζεπατίδης και είχαν φτάσει σε σημείο σταθεροποίησης, δηλαδή σε plateau. Σε εκείνο το στάδιο, οι ασθενείς δεν διέκοψαν τη θεραπεία, αλλά πέρασαν σε ένα σχήμα μειωμένης συχνότητας, συνήθως με χορήγηση ανά δύο εβδομάδες, διατηρώντας την ίδια δόση. Αυτή η αλλαγή είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί αγγίζει ένα βασικό πρακτικό ερώτημα της καθημερινής κλινικής πράξης: αν ένας ασθενής έχει ήδη ανταποκριθεί καλά στη θεραπεία, είναι απαραίτητο να συνεχίσει επ’ αόριστον με την ίδια εβδομαδιαία συχνότητα ή υπάρχει περιθώριο για μια πιο «αραιή» στρατηγική χωρίς απώλεια αποτελεσματικότητας;
Οι ερευνητές συνέλεξαν δεδομένα σε τρία χρονικά σημεία: πριν από την έναρξη της θεραπείας, στο σημείο σταθεροποίησης του βάρους κατά τη διάρκεια της εβδομαδιαίας χορήγησης και, τέλος, στην περίοδο συντήρησης με μειωμένη συχνότητα δόσεων. Κύριο ζητούμενο ήταν η μεταβολή του σωματικού βάρους από το plateau μέχρι τη φάση της συντήρησης. Παράλληλα, εξετάστηκαν και δευτερεύοντα αποτελέσματα, όπως οι αλλαγές στη σύσταση σώματος και στις συνοδές διαταραχές του μεταβολικού συνδρόμου.
Οι ασθενείς παρέμειναν στο σχήμα μειωμένης συχνότητας για μέσο χρονικό διάστημα 36,3 εβδομάδων, δηλαδή για αρκετούς μήνες. Το σωματικό βάρος μειώθηκε από 87,9 ± 2,4 κιλά πριν από τη θεραπεία στα 74,1 ± 2,4 κιλά στο plateau της εβδομαδιαίας αγωγής και στη συνέχεια έφτασε στα 72,4 ± 2,2 κιλά κατά τη φάση της μειωμένης συχνότητας χορήγησης. Με άλλα λόγια, οι ασθενείς δεν διατήρησαν απλώς την απώλεια βάρους που είχαν ήδη πετύχει, αλλά παρουσίασαν και επιπλέον μείωση, εύρημα που ήταν στατιστικά σημαντικό.
Σύσταση σώματος
Εξίσου σημαντική ήταν και η εικόνα της σύστασης σώματος. Σύμφωνα με το abstract, το συνολικό σωματικό λίπος και ειδικότερα το λίπος του κορμού μειώθηκαν, ενώ η σκελετική μυϊκή μάζα σταθεροποιήθηκε κατά τη διάρκεια του σχήματος συντήρησης. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία στη συζήτηση για τη διαχείριση της παχυσαρκίας, επειδή η ποιότητα της απώλειας βάρους έχει μεγάλη σημασία και δεν αφορά μόνο τον αριθμό στη ζυγαριά. Η διατήρηση της μυϊκής μάζας, σε συνδυασμό με τη μείωση του συνολικού και του κεντρικού λίπους, υποδηλώνει ότι η βελτίωση δεν περιορίστηκε μόνο στο βάρος, αλλά αφορούσε και σημαντικές παραμέτρους της σωματικής σύστασης.
Παράλληλα, οι μεταβολικές βελτιώσεις που είχαν ήδη επιτευχθεί με την εβδομαδιαία θεραπεία φαίνεται ότι διατηρήθηκαν και κατά τη φάση της πιο αραιής χορήγησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα ουσιαστικό, διότι η παχυσαρκία δεν είναι μόνο θέμα βάρους ή εμφάνισης, αλλά συνδέεται στενά με μεταβολικές διαταραχές που επιβαρύνουν συνολικά την υγεία. Επομένως, η διατήρηση αυτών των βελτιώσεων ενισχύει την κλινική σημασία των αποτελεσμάτων.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι ότι, σε ασθενείς που έχουν ήδη ανταποκριθεί επιτυχώς στη θεραπεία με GLP1 και έχουν φτάσει σε σταθεροποίηση του βάρους τους, μια δομημένη στρατηγική απομείωσης της συχνότητας χορήγησης θα μπορούσε να αποτελέσει μια ρεαλιστική και υποσχόμενη προσέγγιση. Η έννοια της «αποκλιμάκωσης» ή της «συντήρησης» αποκτά έτσι ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς προτείνει έναν πιθανό τρόπο να μειωθεί η επιβάρυνση της θεραπείας χωρίς να θυσιάζονται τα οφέλη. Για πολλούς ασθενείς, μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να σημαίνει λιγότερο συχνή φαρμακευτική παρέμβαση, με παράλληλη διατήρηση της απώλειας βάρους και των μεταβολικών βελτιώσεων που έχουν ήδη επιτευχθεί.
Συνολικά, η μειωμένης συχνότητας χορήγηση σεμαγλουτίδης ή τιρζεπατίδης, μετά από επιτυχημένη αρχική εβδομαδιαία θεραπεία, φαίνεται να διατηρεί την απώλεια βάρους, να στηρίζει τη βελτίωση της σύστασης σώματος και να διαφυλάσσει τα μεταβολικά οφέλη.
Πηγές:
ΕΚΠΑ
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Διατροφή, diet tube και λιποαναρρόφηση: Ολιστική προσέγγιση στην αναμόρφωση σώματος
Σε ποια ποτά το έριξαν οι Ελληνες για να... ξεσκάσουν
Βρέθηκαν παράσιτα Anisakis σε έτοιμα προϊόντα ψαριού στην ελληνική αγορά [μελέτη]