Στα μέσα Μαρτίου του 2024 ο ΕΟΔΥ ενημερώθηκε από νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης για συρροή περιστατικών με αυξημένα επίπεδα τροπονίνης σε παιδιά που φοιτούσαν σε συγκεκριμένο παιδικό σταθμό - νηπιαγωγείο. Η επιδημιολογική έρευνα που ακολούθησε αποκάλυψε ότι από το Μάρτιο ως και τις 26 Απριλίου, 11 από τα 24 παιδιά προσχολικής ηλικίας (3 ως 5 ετών) από δύο τάξεις παρουσίασαν αυξημένα επίπεδα τροπονίνης.
Μεταξύ αυτών, ένα παιδί, 3,5 ετών εμφάνισε οξεία μυοκαρδίτιδα και δυστυχώς κατέληξε. Ένα ακόμη παρουσίασε μυοπερικαρδίτιδα, δύο είχαν μικρές συλλογές περικαρδιακού υγρού με φυσιολογική συσταλτικότητα της καρδιάς, ενώ τα υπόλοιπα ήταν ασυμπτωματικά με φυσιολογική καρδιακή λειτουργία.
Ο εργαστηριακός έλεγχος έδειξε ότι 7 από τα 11 παιδιά με αυξημένη τροπονίνη είχαν ενδείξεις πρόσφατης λοίμωξης από παρβοϊό (θετικά δείγματα IgM) και δύο ήταν θετικά σε IgG, κάτι που ήταν σύμφωνο με ιστορικό κλινικής διάγνωσης παρβοϊού σε πολλά από τα παιδιά του παιδικού σταθμού-νηπιαγωγείου. Περαιτέρω ανάλυση κλινικών δειγμάτων (χρησιμοποιώντας FilmArray και δοκιμές κοπράνων) βρήκε συλλοίμωξη με ρινοϊό/εντεροϊό σε έξι από τα εννέα παιδιά με παρβοϊό.
Εκτός από την έξαρση, στο ίδιο χρονικό διάστημα, (Μάρτιος - Απρίλιος του 2024), άλλα τέσσερα παιδιά ηλικίας 2 ετών εισήχθησαν σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης με λοίμωξη από παρβοϊό και αυξημένα επίπεδα τροπονίνης. Μεταξύ αυτών, δύο παιδιά εμφάνισαν μυοκαρδίτιδα, και δυστυχώς ένα εξ αυτών, επίσης κατέληξε.
Το Εργαστήριο Μικροβιολογίας του Τμήματος Ιατρικής του ΑΠΘ, σε συνεργασία με τον ΕΟΔΥ προχώρησε σε μοριακή και φυλογενετική ανάλυση των στελεχών παρβοϊού Β19 που ανιχνεύτηκαν στη συγκεκριμένη εστία της συρροής, σε σύγκριση με απομονώσεις από ενήλικα περιστατικά με ήπια συμπτώματα.
Όπως προκύπτει από τα ευρήματα της ανάλυσης, που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα, τα δείγματα που λήφθηκαν από παιδιά με μυοκαρδίτιδα ανήκαν σε διαφορετικούς γενετικούς κλάδους από τον κλάδο αναφοράς, γεγονός που καταδεικνύει μια σαφή συσχέτιση μεταξύ της λοίμωξης από παρβοϊό Β19 και της μυοκαρδίτιδας στις περιπτώσεις που αναλύθηκαν.
Παρβοϊός Β19
Οι περισσότεροι παρβοϊοί μολύνουν κυρίως ζώα (γάτες και σκύλους), με τον παρβοϊό Β19 να είναι ο μόνος που μολύνει τον άνθρωπο. Ο ιός προσβάλλει κυρίως παιδιά ηλικίας 4-10 ετών. Μέχρι την ηλικία των 20 ετών, το 50% του πληθυσμού έχει συγκεκριμένα αντισώματα. Οι λοιμώξεις που προκαλούνται από τον παρβοϊό Β19 εμφανίζονται καθ' όλη τη διάρκεια του έτους (ενδημικές), με εποχιακή αύξηση στα τέλη του χειμώνα, την άνοιξη και τις αρχές του καλοκαιριού.
Όπως αναφέρουν οι συγγραφείς, τα κλινικά συμπτώματα εξαρτώνται από την ηλικία, καθώς και από την ανοσολογική και αιματολογική κατάσταση των ασθενών. Τις περισσότερες φορές οι ασθενείς που έχουν μολυνθεί από τον παρβοϊό Β19 είναι ασυμπτωματικοί. Διαφορετικά, τα συμπτώματα είναι συνήθως ήπια και μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, πονοκέφαλο και βήχα. Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστούν πιο σοβαρές επιπλοκές, όπως ρευματοειδής αρθρίτιδα, οξεία μυοκαρδίτιδα ή οξεία ηπατίτιδα.
Αρκετές μελέτες έχουν συσχετίσει τη μόλυνση από παρβοϊό Β19 με μυοκαρδίτιδα που πιθανώς οδηγεί σε διατατική μυοκαρδιοπάθεια. Παρόλο που πολυάριθμες μελέτες έχουν ανιχνεύσει DNA του παρβοϊού Β19 στον ιστό του μυοκαρδίου ασθενών με μυοκαρδίτιδα και διατατική μυοκαρδιοπάθεια, η κλινική σημασία αυτού του ευρήματος παραμένει υπό συζήτηση. Αντιφατικά ευρήματα υπογραμμίζουν τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την παθογόνο συνάφεια του παρβοϊού Β19 και υπογραμμίζουν την ανάγκη για μοριακές και φυλογενετικές μελέτες κατά τη διάρκεια καλά τεκμηριωμένων κλινικών εστιών.
Τα ευρήματα της ανάλυσης
Στόχος της μοριακής και φυλογενετικής ανάλυσης στο ΑΠΘ ήταν ο γενετικός χαρακτηρισμός των στελεχών του Παρβοϊού Β19 που κυκλοφόρησαν σε παιδιατρικό πληθυσμό της Βόρειας Ελλάδας κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης επιδημίας του Μαρτίου - Απριλίου 2024 και η σύγκριση αυτών των στελεχών με προηγουμένως αναγνωρισμένες παραλλαγές για να εξηγηθούν οι παρατηρούμενες διαφορές στην κλινική συμπτωματολογία.
Το πρωτόκολλο αλληλούχισης MinION πραγματοποιήθηκε για εννέα δείγματα ολικού αίματος, επτά από τα οποία ανήκαν σε παιδιά με μυοκαρδίτιδα και δύο σε ενήλικες που παρουσίαζαν ήπια συμπτώματα. Η ανάλυση αποκάλυψε την παρουσία δύο γενετικά διακριτών κλάδων, με έναν κλάδο να αποτελείται αποκλειστικά από στελέχη που απομονώθηκαν από παιδιά με αυξημένα επίπεδα τροπονίνης και κλινική ή υποκλινική μυοκαρδίτιδα. Αυτός ο κλάδος απέχει τόσο από τα δείγματα των ενηλίκων, όσο και από ένα κρούσμα παιδιού που μολύνθηκε εκτός Θεσσαλονίκης και δεν εμφάνισε συμπτώματα μυοκαρδίτιδας.
Αυτές οι παρατηρήσεις συνάδουν με πρόσφατα επιδημιολογικά δεδομένα από την Ιταλία, όπου εμφανίστηκε ένα ξέσπασμα παιδιατρικής μυοκαρδίτιδας που σχετίζεται με τον παρβοϊό Β19 στις αρχές του 2024, επηρεάζοντας παιδιά ηλικίας 3 - 5 ετών. ενώ συγκρίσιμα ευρήματα έχουν αναφερθεί, επίσης, στη Γερμανία και την Ιαπωνία.
"Τόσο η ελληνική μας κοόρτη όσο και το ιταλικό ξέσπασμα εμφάνισαν εποχικότητα, γεωγραφική ομαδοποίηση και ευπάθεια ανάλογα με την ηλικία, υποδηλώνοντας είτε συγκλίνουσα εξέλιξη είτε κοινή γενεαλογία κυκλοφορούντων παραλλαγών του παρβοϊού Β19 με παθογόνο δυναμικό", παρατηρούν οι συγγραφείς.
Όπως σημειώνουν, η ομαδοποίηση των κρουσμάτων σε έναν μόνο παιδικό σταθμό αυξάνει την πιθανότητα τοπικής μετάδοσης ενός πιο λοιμογόνου στελέχους, που ενισχύεται από περιβάλλοντα στενής επαφής και παράγοντες ευαισθησίας του ξενιστή. Παρόμοια δυναμική μετάδοσης σημειώθηκε σε μια έξαρση του 2015 στη Σουηδία.
Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό, κοινό στην ελληνική και στην ιταλική περίπτωση, ήταν και οι συλλοιμώξεις. Έξι από τις εννέα περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας στην ελληνική μελέτη μολύνθηκαν ταυτόχρονα με ρινοϊό ή εντεροϊό, απηχώντας προηγούμενα ευρήματα όπου οι ιογενείς συλλοιμώξεις επιδείνωσαν την ενδοθηλιακή διαπερατότητα και τις φλεγμονώδεις αποκρίσεις.
Συμπεράσματα και περιορισμοί
Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η ομαδοποίηση στελεχών που απομονώθηκαν από προσβεβλημένα παιδιά σε μια ξεχωριστή φυλογενετική κλάση, σε σύγκριση με δείγματα ελέγχου ενηλίκων και το γονιδίωμα αναφοράς, υποστηρίζει μια συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων παραλλαγών του παρβοϊού Β19 και καρδιακής συμμετοχής σε μικρά παιδιά.
Αν και η αιτιότητα δεν μπορεί να τεκμηριωθεί και δεν υπάρχει λειτουργική επικύρωση των εντοπισμένων μεταλλάξεων, αυτά τα ευρήματα υπογραμμίζουν τη σημασία της γονιδιωματικής επιτήρησης του παρβοϊού Β19 κατά τη διάρκεια εστιών με σοβαρές κλινικές εκδηλώσεις. Απαιτούνται περαιτέρω μελέτες με μεγαλύτερες κοόρτες για να διευκρινιστούν οι παθογόνοι μηχανισμοί και να εκτιμηθεί η κλινική σημασία της παρατηρούμενης γενετικής μεταβλητότητας.
Ειδήσεις υγείας σήμερα
Innovis Pharma: Δυναμική είσοδος στα συμπληρώματα διατροφής με την απόκτηση της Pharma Center
Οι φαρμακευτικές εταιρείες επανεκτιμούν τη θέση τους στην Ευρώπη
Σκούρα τα πράγματα