Γράφει ο Ανδρέας Ξανθός, ιατρός του νοσοκομείου Ρεθύμνου, πρώην υπουργός Υγείας
Το ερώτημα που τίθεται από όλους είναι το πώς το Εθνικό Σύστημα Υγείας μπορεί να έρθει κοντά στον πολίτη. Και πράγματι, αυτή η ερώτηση είναι σημαντική και εκφράζει την ανάγκη εξωστρέφειας του ΕΣΥ και της οργανωμένης παρουσίας του σε επίπεδο κοινότητας. Παρ’ όλα αυτά, νομίζω ότι εκείνο που έχει προτεραιότητα να απαντηθεί, το ζήτημα που πρέπει πρωτίστως να λυθεί, είναι η ίδια η επιβίωση, η προσβασιμότητα και η λειτουργικότητα του ΕΣΥ, αλλά κυρίως η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του. Ολοένα και περισσότεροι πολίτες συνειδητοποιούν αυτό τον καιρό ότι δεν έχουμε απλώς ένα ΕΣΥ με διαχρονικά προβλήματα, ελλείψεις και δυσκολίες. Έχουμε ένα ΕΣΥ που έχει πλήρως «μεταλλαχθεί», έχει απολέσει οριστικά την αρχική του φιλοσοφία της ισότιμης, καθολικής και δωρεάν κάλυψης των αναγκών Υγείας των ανθρώπων και πλέον αδυνατεί να ανταποκριθεί στα στοιχειώδη: να εφημερεύουν με ασφάλεια τα νοσοκομεία της επαρχίας, να μπορείς να κλείσεις σε ανεκτό χρόνο ραντεβού στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, να μπορείς να χειρουργηθείς έγκαιρα για μια σοβαρή και απειλητική για τη ζωή πάθηση, όπως είναι για παράδειγμα ο καρκίνος. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΤΕΚΝΥ, τα ογκολογικά περιστατικά κατευθύνονται στην πλειονότητά τους στον ιδιωτικό τομέα. Αν αυτό δεν είναι οικτρή αποτυχία του δημόσιου συστήματος Υγείας, τότε τι είναι;
Ίσως όμως η πιο μεγάλη ήττα για το ΕΣΥ είναι η ραγδαία αύξηση των ιδιωτικών δαπανών Υγείας και η έκρηξη των ακάλυπτων υγειονομικών αναγκών του πληθυσμού. Η ΕΛΣΤΑΤ, στη φετινή έκθεσή της για την Υγεία, καταγράφει αύξηση της ιδιωτικής δαπάνης Υγείας κατά 1,85 δισ. ευρώ μεταξύ 2020 και 2024. Από αυτές τις πληρωμές, το 1,5 δισ. ευρώ είναι η επιπλέον συμμετοχή των ασθενών στο κόστος για φάρμακα, εξετάσεις, νοσηλεία, αποκατάσταση κ.λπ. και τα 300 εκατ. ευρώ είναι η επιπλέον δαπάνη για ιδιωτική ασφάλιση Υγείας. Κάθε χρόνο, δηλαδή, οι πολίτες της χώρας πληρώνουν από την τσέπη τους σχεδόν 2 δισ. ευρώ παραπάνω (συγκριτικά με 5 χρόνια πριν) για την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Τρομερή κυβερνητική επιτυχία! Και μάλιστα σε μια συγκυρία «απλόχερης» χρηματοδότησης της Υγείας από το Ταμείο Ανάκαμψης (με πάνω από 1,7 δισ. ευρώ). Μπορεί όντως να έχουν αυξηθεί οι δημόσιες δαπάνες Υγείας (όπως σχεδόν σε όλο τον κόσμο μετά την πανδημία), αλλά ο ρυθμός αύξησης των ιδιωτικών στη χώρα μας είναι σχεδόν διπλάσιος. Ακόμα και οι άτυπες πληρωμές (φακελάκι) έχουν αυξηθεί μεταξύ 2019 και 2023 κατά 1 δισ. ευρώ (από 1,2 σε 2,2 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τη μελέτη «Οι 22 πληγές του ελληνικού συστήματος Υγείας», βλ. Iatronet, 2/9/2025). Αυτός είναι ο ορισμός της (έμμεσης) ιδιωτικοποίησης του συστήματος Υγείας, η οποία ενισχύεται με κάθε κυβερνητικό μέτρο και που, βεβαίως, θα ολοκληρωθεί με παρεμβάσεις άμεσης ιδιωτικοποίησης, όπως η προσεχής εμπλοκή των ασφαλιστικών εταιρειών στη λειτουργία και στη διοίκηση των νοσοκομείων του ΕΣΥ. Και, όπως πολύ καλά ξέρουμε, η ιδιωτικοποίηση αυξάνει τις υγειονομικές ανισότητες. Γι’ αυτό και είμαστε στις πρώτες θέσεις της Ευρώπης στους σχετικούς δείκτες (το 13,4% του πληθυσμού και το 20,5% των φτωχών πολιτών της χώρας μας στερούνται αναγκαία ιατρική περίθαλψη, κυρίως λόγω οικονομικής αδυναμίας).
Σήμερα, λοιπόν, από το «Υγεία για όλους» του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας οδεύουμε ολοταχώς στην κοινωνική βαρβαρότητα του «Υγεία για όσους έχουν λεφτά». Αυτό δεν έτυχε, πέτυχε. Είναι πολιτικό σχέδιο μιας σκληρά νεοφιλελεύθερης κυβέρνησης, που έχει «δυσανεξία» στις δημόσιες δομές και ομνύει στην υπεροχή του ιδιωτικού τομέα Υγείας. Μιας κυβέρνησης που δεν έμαθε τίποτα από την πανδημία και αγνοεί επιδεικτικά τη -διεθνώς αποδεκτή- ανάγκη γενναίας επένδυσης σε ισχυρά και αξιόπιστα δημόσια συστήματα Υγείας, που σέβονται και ανταμείβουν αξιοπρεπώς το ανθρώπινο δυναμικό τους.
Άρα, για να συζητήσουμε στα σοβαρά την αναδιοργάνωση (ή, καλύτερα, την επανίδρυση) του ΕΣΥ, την ποιότητα των υπηρεσιών του και την εγγύτητά του με τον πολίτη, χρειάζεται να αντιστραφεί η σημερινή αποδιοργάνωση και προϊούσα ιδιωτικοποίησή του. Για να έρθει πιο κοντά το ΕΣΥ στον πολίτη πρέπει να ξαναγίνει πραγματικά δημόσιο, να είναι προσβάσιμο σε όλους χωρίς οικονομική επιβάρυνση την ώρα της ανάγκης, να υπάρξει στρατηγική σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στο ποσοστό του ΑΕΠ για την Υγεία καθώς και στην αναλογία δημόσιων/ιδιωτικών δαπανών. Το βασικό στοίχημα όμως είναι να μπορέσει το ΕΣΥ να καλύψει με επάρκεια και ποιότητα επιπλέον ανάγκες, οι οποίες σήμερα είναι ιδιωτική -και συνήθως ακριβή- υπόθεση (π.χ. πρωτοβάθμια φροντίδα, υπηρεσίες ψυχικής υγείας, φυσικοθεραπεία-αποκατάσταση, οδοντιατρική περίθαλψη, κατ’ οίκον φροντίδα, δομές για αναπηρία, άνοια, αυτισμό, ψυχική νόσο, γηριατρική, φροντίδα τελικού σταδίου κ.λπ.).
Το ΕΣΥ δεν χρειάζεται απλώς σύγχρονες υποδομές, ψηφιοποίηση και καλύτερο management. Έχει ανάγκη επειγόντως από πολιτικό σχέδιο δραστικής αντιμετώπισης της ανεξέλεγκτης κρίσης στελέχωσής του, νέους πόρους, νέες δομές και υπηρεσίες και, πάνω απ’ όλα, σοβαρή αναβάθμιση των συνθηκών εργασίας, αμοιβής και επιστημονικής εξέλιξης των επαγγελματιών Υγείας.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Δύο πλήρως εξοπλισμένα ελικόπτερα στο ΕΚΑΒ, δωρεά των τεσσάρων συστημικών τραπεζών
Πως αντιδρά ο ιατρικός σύλλογος Λάρισας για τη σύλληψη του γιατρού στο Καστελόριζο
Συνεχίζεται η αυξητική τάση στη δωρεά οργάνων στη χώρα μας