Οι άφθες είναι συνήθως ακίνδυνες, μπορεί όμως να προκαλούν έντονο πόνο. Για την πλειονότητα των ανθρώπων δεν αποτελούν μεμονωμένο περιστατικό, καθώς συχνά εμφανίζονται ξανά μετά από εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και χρόνια.
Το κατά πόσο η λήψη ψευδαργύρου μπορεί να συμβάλει στην πρόληψη των υποτροπών εξετάζουν οι συγγραφείς του ενημερωτικού δελτίου Evi-News.
Οι άφθες είναι λευκοκόκκινες, επώδυνες βλάβες που εμφανίζονται στο στόμα και τον φάρυγγα. Στις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρούν αυτόματα μέσα σε μία έως τέσσερις εβδομάδες, χωρίς να αφήνουν σημάδια. Ωστόσο, στους περισσότερους πάσχοντες επανεμφανίζονται.
Για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων υπάρχουν στη φαρμακευτική αγορά σκευάσματα αυτοθεραπείας, όπως αλοιφές, γέλες, κρέμες, βάμματα και στοματικά διαλύματα με τοπικά αναισθητικά, αντιφλεγμονώδη ή αντισηπτικά συστατικά.
Παράλληλα, διατίθενται ιατροτεχνολογικά προϊόντα και καλλυντικά που δημιουργούν προστατευτικό φιλμ πάνω στην άφθα ή περιέχουν ουσίες που υποστηρίζουν την επούλωση, όπως πανθενόλη, υαλουρονικό οξύ, αλόη βέρα και χαμομήλι.
Η πιθανή προληπτική δράση του ψευδαργύρου στις υποτροπιάζουσες άφθες έχει συζητηθεί, καθώς το μέταλλο αυτό συμβάλλει στη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, ενώ η έλλειψή του μπορεί να ευνοεί την εμφάνιση βλαβών στο δέρμα και στους βλεννογόνους.
Οι συγγραφείς του Evi-News αξιολόγησαν μια ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2021 στο περιοδικό "Journal of Trace Elements in Medicine and Biology". Στην ανάλυση συμπεριλήφθηκαν επτά μελέτες, οι οποίες εξέτασαν τη χρήση διαφόρων μορφών ψευδαργύρου, όπως θειικός ψευδάργυρος, γλυκονικός ψευδάργυρος και γλουταμινικός ψευδάργυρος.
Οι δόσεις που χρησιμοποιήθηκαν κυμαίνονταν από 12 έως 660 mg ημερησίως, χορηγούμενες σε δύο ή τρεις δόσεις, ενώ η διάρκεια της θεραπείας κυμαινόταν από μία έως δώδεκα εβδομάδες.
Σε πέντε από τις επτά μελέτες, η λήψη ψευδαργύρου φάνηκε να μειώνει στατιστικά σημαντικά τη συχνότητα επανεμφάνισης των αφθών. Επιπλέον, σε τρεις μελέτες παρατηρήθηκε μείωση του πόνου και μικρότερος χρόνος επούλωσης των βλαβών.
Οι ανεπιθύμητες ενέργειες ήταν γενικά σπάνιες και περιλάμβαναν κυρίως στομαχικές ενοχλήσεις, ναυτία, εμετούς και δερματικές αντιδράσεις.
Παρά τα θετικά ευρήματα, οι ερευνητές επισημαίνουν σημαντικούς περιορισμούς. Στις μελέτες υψηλότερης ποιότητας δεν επιβεβαιώθηκε με σαφήνεια ούτε προληπτική ούτε θεραπευτική δράση του ψευδαργύρου.
Επιπλέον, η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας περιγράφεται συχνά ανεπαρκώς, ενώ απουσιάζουν λεπτομέρειες σχετικά με τα εργαλεία μέτρησης, τα επίπεδα ψευδαργύρου στο αίμα των συμμετεχόντων, τη συμμόρφωση στη θεραπεία και τον τρόπο λήψης του συμπληρώματος (πριν ή μετά το φαγητό).
Ένα ακόμη πρόβλημα είναι ότι οι μελέτες χρησιμοποίησαν διαφορετικές μορφές ψευδαργύρου και πολύ διαφορετικές δοσολογίες, χωρίς πάντα να διευκρινίζεται αν οι αναφερόμενες ποσότητες αφορούν το άλας του ψευδαργύρου ή την καθαρή ποσότητα ιόντων ψευδαργύρου.
Οι διαθέσιμες επιστημονικές ενδείξεις δείχνουν ότι ο ψευδάργυρος ενδέχεται να μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης και την ένταση των συμπτωμάτων των αφθών. Ωστόσο, τα δεδομένα δεν επαρκούν ακόμη για μια σαφή, τεκμηριωμένη ιατρική σύσταση.
Απαιτούνται μεγαλύτερες και καλύτερα σχεδιασμένες μελέτες, με αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησης, ώστε να καθοριστεί αν ο ψευδάργυρος μπορεί πράγματι να αποτελέσει αποτελεσματική προληπτική επιλογή, ποια μορφή του είναι καταλληλότερη και ποια δοσολογία είναι η πλέον ασφαλής και αποτελεσματική.
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
O υγιεινός τρόπος ζωής μπορεί να μειώσει έως και 45% τον κίνδυνο άνοιας
Η Eli Lilly εξαγοράζει την εταιρεία ψυχεδελικών φαρμάκων AtaiBeckley
ECDC: Η ανθεκτική γονόρροια αυξάνεται στην Ευρώπη