Δημήτριος Θ. Κρεμαστινός, Καθηγητής Καρδιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας

Σε όλον το κόσμο μόλις το 10% των ασθενών που χρειάζονται μεταμόσχευση καρδιάς καταφέρνουν τελικά να μεταμοσχευθούν. Η πρώτη χώρα σε μεταμοσχεύσεις καρδιάς είναι οι ΗΠΑ, με 2.500 - 3.000 μεταμοσχεύσεις το χρόνο, ενώ άλλοι 5.000 περίπου ασθενείς με τελικό στάδιο καρδιακής ανεπάρκειας αναμένουν στη λίστα προς μεταμόσχευση.

Σήμερα, που επιτεύχθηκε μία επιβίωση των μεταμοσχευομένων ασθενών που πλησιάζει το 80% την πενταετία, η μεταμόσχευση θεωρείται η μέθοδος εκλογής για τη θεραπεία των ασθενών, όταν φθάσουν το τελικό στάδιο της καρδιακής ανεπάρκειας, οπότε το προσδόκιμο της επιβίωσής τους με τίποτα δεν ξεπερνά τον πρώτο χρόνο.

Όμως, εάν τη στιγμή που πρέπει δεν βρίσκεται κατάλληλο μόσχευμα για μεταμόσχευση, τότε η καρδιά του ασθενούς υποβοηθείται με ειδική αντλία που ο πολύς κόσμος ονομάζει τεχνητή καρδιά.

Έτσι, αρχίζει η αγωνία για την παράταση της ζωής προκειμένου να βρεθεί καρδιά για μεταμόσχευση.

Οι καλύτεροι δότες είναι οι νέοι υγιείς άνθρωποι που χάνουν τη ζωή τους από ένα ατύχημα. Η χώρα μας είναι δυστυχώς πρωταθλήτρια στα τροχαία δυστυχήματα και τους θανάτους, αλλά από τις τελευταίες στις μεταμοσχεύσεις. Έτσι δεν χάνονται μόνο άδικα οι νέοι με τα τροχαία δυστυχήματα αλλά και οι νέοι άνθρωποι με καρδιακή ανεπάρκεια που δεν βρίσκουν διαθέσιμο μόσχευμα.

Λόγω της σπανιότητας των μοσχευμάτων, τα κριτήρια του λήπτη καρδιάς είναι αυστηρά.

Ο άρρωστος πρέπει να βρίσκεται σε τελικό στάδιο καρδιακής ανεπάρκειας, να είναι νέος σε ηλικία, με προτεραιότητα τις ηλικίες κάτω των 30 ετών, να μην πάσχει από καμία άλλη σοβαρή πάθηση και να διαθέτει ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη για να αντεπεξέλθει στα τυχόν προβλήματα που μπορεί να προκύψουν μετά την μεταμόσχευση.

Η συμβατότητα μεταξύ δότη και λήπτη δεν ελέγχεται, όπως συμβαίνει με τις μεταμοσχεύσεις άλλων οργάνων (π.χ.

νεφροί). Αντίθετα, οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για την επιτυχία της μεταμόσχευσης είναι το μέγεθος της καρδιάς του δότη σε σχέση με το μέγεθος του θώρακα του λήπτη, η συμβατότητα των ομάδων αίματος και των λεμφοκυττάρων, η παρουσία μεγαλοκυτταροϊού στο δότη καθώς και η παρουσία πολλαπλών αντισωμάτων στον όρο του λήπτη.

Η χειρουργική επέμβαση της μεταμόσχευσης καρδιάς είναι από τις απλούστερες στην Καρδιοχειρουργική.

Διατηρείται τμήμα των κόλπων του λήπτη και ιδιαίτερα οι περιοχές που συνδέονται με τις φλέβες. Στο τμήμα αυτό της καρδιάς του λήπτη συρράπτεται η καρδιά του δότη.

Όμως, ο κυριότερος κίνδυνος της μεταμόσχευσης είναι η απόρριψη του μοσχεύματος, που ευτυχώς δεν υπερβαίνει το 5-10% των περιπτώσεων.

Δευτερεύοντες κίνδυνοι είναι οι λοιμώξεις και η πρώιμη αθηροσκλήρωση των στεφανιαίων αρτηριών της μεταμοσχευθείσας καρδιάς.

Οι λοιμώξεις αποτελούν τον σπουδαιότερο κίνδυνο για τη ζωή του μεταμοσχευμένου ασθενή, γιατί το ανοσοβιολογικό του σύστημα δεν αντιδρά φυσιολογικά, εφόσον βρίσκεται υπό την επήρεια των ανοσοκατασταλτικών φαρμάκων προκειμένου να μην ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός της απόρριψης του μοσχεύματος.

Μικρότερης σημασίας κίνδυνοι για τον μεταμοσχευμένο ασθενή είναι η ανάπτυξη διαφόρων μορφών καρκίνου, και ιδιαίτερα των λεμφωμάτων, λόγω και πάλι της καταστολής του ανοσοβιολογικού συστήματος, δηλαδή της άμυνας του οργανισμού.

Έτσι, ο Christian Barnard το 1967, που επιχείρησε την πρώτη μεταμόσχευση στον άνθρωπο χωρίς να γνωρίζει πώς να καταπολεμήσει την απόρριψη θυσίασε τους πρώτους ασθενείς στο βωμό της επιστήμης.

Η μεταμόσχευση σαν μέθοδος θεραπείας αναπτύχθηκε μέσα στη δεκαετία του ‘80 όταν ανακαλύφθηκαν τα σύγχρονα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα και κυρίως η κυκλοσπορίνη.

Η μεταμόσχευση καρδιάς, αποτελεί σήμερα μία αναμφισβήτητη περιπέτεια για τον ασθενή, αλλά ταυτόχρονα είναι η μοναδική θεραπεία του τελικού σταδίου της καρδιακής ανεπάρκειας.