Άνθρωποι που ακολουθούν αγωγή για σοβαρή ακμή μπορεί ενδεχομένως να αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο για απόπειρα αυτοκτονίας, αλλά δεν είναι σαφές αν ευθύνεται η πάθηση ή το φάρμακο, σύμφωνα με νέα έρευνα.

Σουηδοί ερευνητές στο Ινστιτούτου Καρολίνσκα μελέτησαν στοιχεία σχεδόν 6.000 ανθρώπων που λάμβαναν το χάπι isotretinoin, μεταξύ του 1980 και 1989. Το χάπι συνταγογραφείται από το 1980 για την αντιμετώπιση της σοβαρής ακμής.

Οι επιστήμονες δεν μπορούν να αποφανθούν αν ευθύνεται η πάθηση ή η αγωγή για τις απόπειρες αυτοκτονίας σε αυτούς που χρησιμοποιούν το φάρμακο. Υποπτεύονται ακόμα ότι ασθενείς στους οποίους βελτιώθηκε η ακμή μετά την αγωγή μπορεί ενδεχομένως να είναι ακόμα αναστατωμένοι αν δεν εμφάνισαν μεγάλη βελτίωση στην κοινωνική τους ζωή.

Οι επιστήμονες εξέτασαν αρχεία σύμφωνα με τα οποία 128 άνθρωποι νοσηλεύτηκαν μετά από απόπειρα αυτοκτονίας. Σύμφωνα με τον Anders Sundstrom η σοβαρή ακμή δεν είναι κοινή πάθηση. Σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο απόπειρας αυτοκτονίας.

Ειδικοί ανακάλυψαν ότι ο αριθμός των αποπειρών αυτοκτονίας αύξανε μεταξύ ενός και τριών χρόνων μετά την έναρξη της αγωγής. Ωστόσο ο υψηλότερος κίνδυνος φάνηκε να εμφανίζεται 6 μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Η αγωγή διαρκούσε αρκετούς μήνες με ορισμένους ασθενείς να χρειάζονται επαναληπτική θεραπεία.

Ο Sundstrom τονίζει ότι οι απόπειρες αυτοκτονίας που σχετίζονται με την ακμή είναι σπάνιο γεγονός. Σημειώθηκε περίπου μια απόπειρα για κάθε 2.300 ανθρώπους που λάμβαναν το φάρμακο. Στους νέους ενήλικες των ΗΠΑ, υπήρχαν περίπου 13 αυτοκτονίες για κάθε 100.000 ανθρώπους.

Ειδικοί εκτιμούν ότι για κάθε αυτοκτονία υπήρχαν περίπου 11 απόπειρες. Ο ερευνητής θεωρεί πως όλοι οι ασθενείς με σοβαρή ακμή ώστε να χρειάζονται isotretinoin θα πρέπει να παρακολουθούνται ως προς τους ψυχοκοινωνικούς παράγοντες και την πρόθεση αυτοκτονίας.

Οι Parker Magin και John Sullivan από το Πανεπιστήμιο του Newcastle και του New South Wales στην Αυστραλία, σχολίασαν ότι δεδομένης της μακράς περιόδου κινδύνου οικογένειες ασθενών μπορεί ενδεχομένως να παίζουν ρόλο στην παρακολούθηση.

Η έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό ‘BMJ.’

Πηγές: ‘BMJ.’