Η έκθεση σε Ηλεκτρομαγνητικά πεδία (ΗΜΠ) είναι ένα θέμα που ενδιαφέρει και αφορά όλους μας, δεδομένου ότι είμαστε εκτεθειμένοι σε αυτά στην καθημερινή μας ζωή, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, ανάλογα με τον τρόπο ζωής μας και τον τόπο διαμονής και εργασίας μας, καθώς και σε διαφορετικές συχνότητες.Οι συχνότητες αυτές κυμαίνονται από εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα (π.χ. γραμμές μεταφοράς ενέργειας και ηλεκτρικοί μετασχηματιστές ισχύος) σε ενδιάμεσα (από επαγωγικές εστίες και άλλες οικιακές συσκευές) μέχρι το φάσμα ραδιοσυχνοτήτων
(από κινητά τηλέφωνα και άλλες συσκευές).

Οι πιο σημαντικές επιστημονικές μελέτες με αντικείμενο την έκθεση στα ΗΜΠ και την υγεία, που δημοσιεύθηκαν μετά την τελευταία γνωμοδότηση (2009), εξετάστηκαν ιδιαίτερα προσεκτικά από τους εμπειρογνώμονες και σχολιάζονται στη νέα γνωμοδότηση με τίτλο «Πιθανές επιπτώσεις στην υγεία από την έκθεση σε ηλεκτρομαγνητικά πεδία (ΗΜΠ)», που δημοσιεύθηκε στις 27 Ιανουαρίου 2015. Η επιστημονική βιβλιογραφία που αναλύεται περιλαμβάνει περισσότερες από 700 μελέτες, από το 2009 και μετά. Σε γενικές γραμμές, τα πορίσματά της είναι καθησυχαστικά: τα αποτελέσματα της τρέχουσας επιστημονικής έρευνας δείχνουν ότι δεν υπάρχουν εμφανείς δυσμενείς επιπτώσεις για την υγεία, εάν η έκθεση παραμένει κάτω από τα επίπεδα που συνιστώνται από τη νομοθεσία της ΕΕ.

Ωστόσο, όσον αφορά τις ενδιάμεσες ζώνες συχνοτήτων, μια σημαντική πηγή έκθεσης είναι οι επαγωγικές εστίες που έχουν γίνει δημοφιλείς τα τελευταία χρόνια. Αυτές μπορούν να εκθέσουν τους χρήστες σε μαγνητικά πεδία υψηλότερα από τα επίπεδα αναφοράς που δίνονται στις οδηγίες σχετικά με την έκθεση. Όσον αφορά το φάσμα ραδιοσυχνοτήτων και τον κίνδυνο καρκίνου, η γνωμοδότηση αναφέρει ότι οι αποδείξεις για αυξημένο κίνδυνο καρκίνου του εγκεφάλου (γλοίωμα) αποδυναμώθηκαν, ενώ το ενδεχόμενο σύνδεσης με τον καρκίνο του αυτιού (ακουστικό νεύρωμα) χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση.

Μελέτες για τον παιδικό καρκίνο λόγω έκθεσης σε ραδιοτηλεοπτικούς πομπούς δεν δείχνουν καμία συνάφεια. Ορισμένες επιδημιολογικές μελέτες δείχνουν αύξηση του κινδύνου παιδικής λευχαιμίας από την έκθεση σε εξαιρετικά χαμηλά πεδία. Παρ' όλα αυτά, δεν έχουν εντοπιστεί μηχανισμοί ούτε στοιχεία από πειραματικές μελέτες που να μπορούν να εξηγήσουν τις εν λόγω διαπιστώσεις, γεγονός που, μαζί με την έλλειψη επιδημιολογικών μελετών, δεν επιτρέπει την αιτιώδη συνάφεια.

Νέες μελέτες δεν διαπιστώνουν αρνητικές επιδράσεις στην αναπαραγωγή ή συμπτώματα που να σχετίζονται με την έκθεση σε ΗΜΠ. Πρόσφατες μελέτες δεν επιβεβαιώνουν τη σύνδεση που είχε αναφερθεί στο παρελθόν μεταξύ ΗΜΠ και αυξημένου κινδύνου εμφάνισης της νόσου του Αλτσχάιμερ.Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν ανησυχίες, ιδίως για τη σωρευτική έκθεση από τον συνδυασμό πηγών. 



 

Πηγές: "Ξενος Τύπος"