Επιστήμονες από το γερμανικό ερευνητικό κέντρο για τον καρκίνο (DKFZ) βρήκαν ότι ένας υποδοχέας για τον νευροδιαβιβαστή ντοπαμίνη προάγει την ανάπτυξη και εξάπλωση του όγκου. Φάρμακα κατά της σχιζοφρένειας που μπλοκάρουν την λειτουργία αυτού του υποδοχέα, επιβράδυναν στα ποντίκια την ανάπτυξη του όγκου και καθυστέρησαν την μετάσταση. Τα αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Gastrenterology. 

Πολλοί άνθρωποι κάθε χρόνο νοσούν από καρκίνο του παγκρέατος και πεθαίνουν από αυτόν. Ετησίως οι ασθενείς αυτοί στην Γερμανία υπολογίζονται σε 9.100 άνδρες και 9.500 γυναίκες. Οι όγκοι δεν προκαλούν για μακρό χρονικό διάσημα συμπτώματα, που συνήθως εκδηλώνονται αργότερα. Ο καρκίνος δημιουργεί πολύ νωρίς μεταστάσεις και είναι ανθεκτικός στη χημειοθεραπεία.

Ο Jörg D. Hoheisel από το ερευνητικό κέντρο DKFZ και οι συνάδελφοί του από το Tübingen, το Liverpool, την Verona, το Toronto και το Montreal ανέλυσαν σε 195 περιπτώσεις ασθενών με καρκίνο στο πάγκρεας τη δραστηριότητα των γονιδίων. Επικεντρώνοντας την προσοχή τους στην κληρονομικότητα, έφτασαν σταδιακά στα ίχνη του υποδοχέα της ντοπαμίνης D2 (DRD2). Το γονίδιο DRD2 ήταν σαφώς πιο ενεργό στα καρκινικά κύτταρα από ότι στο υγιές πάγκρεας και από την DRD2 πρωτεΐνη του υποδοχέα τα καρκινικά κύτταρα περιείχαν μάλιστα το τετραπλάσιο της φυσιολογικής ποσότητας.

Η πρωτεΐνη του υποδοχέα είναι βασικά γνωστή στους γιατρούς σε συνάρτηση με τη σχιζοφρένεια και τις ψυχώσεις. Οι κυτταρικές γραμμές του καρκίνου στο πάγκρεας που μεταφέρονται στα ποντίκια με ανενεργό το γονίδιο DRD2 καθυστερούσαν την ανάπτυξή τους και σχημάτιζαν μικρότερους όγκους. Ως μόριο – κλειδί σε πολλά ψυχικά νοσήματα, το DRD2 είναι η βάση για πολλά ψυχοφάρμακα. Οι ανταγωνιστές της ντοπαμίνης είναι γνωστοί από τη δεκαετία του ΄50.

Οι ερευνητές μετέφεραν καρκινικά κύτταρα από το πάγκρεας σε ποντίκια και τα άφησαν να εξελιχθούν σε όγκους. Χορηγώντας σε μερικά ζώα έναν άλλο ανταγωνιστή ντοπαμίνης, το γνωστό συνταγογραφούμενο φάρμακο κατά της σχιζοφρένειας – αλοπεριδόλη, παρατήρησαν μικρότερη ανάπτυξη όγκων συγκριτικά με τα άλλα ζώα.

Πηγές: Περιοδικό Gastrenterology