Η παρηγορητική φροντίδα μπορεί να μειώσει το βάρος μιας σοβαρής νόσου στον ασθενή και στους αγαπημένους του αλλά δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι μπορεί να παρατείνει τη ζωή του αρρώστου, έδειξε επισκόπηση των διαθέσιμων ενδείξεων.

Ο ερευνητής Δ. Καβαλιεράτος, του University of Pittsburgh, δήλωσε ότι άνθρωποι που λαμβάνουν παρηγορητική φροντίδα έχουν καλύτερη ποιότητα ζωής και λιγότερα συμπτώματα σε σχέση με ανθρώπους που δεν λαμβάνουν.

Ωστόσο δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι έχει επίδραση στη διάρκεια της επιβίωσης. Στην επισκόπηση δεν φάνηκε να υπάρχει σχέση μεταξύ των δυο.

Στην επισκόπηση, οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία 43 κλινικών δοκιμών που αφορούσαν πάνω από 12.700 ενήλικες με σοβαρή νόσο και σχεδόν 2.500 φροντιστών από την οικογένεια.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η παρηγορητική φροντίδα οδήγησε σε κλινικά σημαντικές βελτιώσεις στην ποιότητα ζωής των ασθενών, όσον αφορά τα βάρος που ένιωθαν στον ένα και στους τρεις μήνες παρακολούθησης, με βάση ενδείξεις από 15 δοκιμές.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι η παρηγορητική φροντίδα μπορούσε να μειώσει το βάρος των συμπτωμάτων στον ένα και στους 3 μήνες, αλλά οι ενδείξεις για αυτό ήταν ασθενέστερες.

Η παρηγορητική φροντίδα συνδέθηκε επίσης με την ικανοποίηση  ασθενούς και φροντιστή από τη φροντίδα και χαμηλότερη χρήση πηγών περίθαλψης.

Ωστόσο υπήρξαν μεικτές ενδείξεις σχετικά με άλλες μετρήσεις- αν κάποιος πέθανε στο σπίτι ή στο νοσοκομείο, πώς επηρέαζε η φροντίδα τη διάθεση των ασθενών και των φροντιστών και αν μείωνε τα έξοδα περίθαλψης.

Επιπλέον, οι ενδείξεις δεν στήριζαν την καλύτερη ποιότητα ζωής ή τον έλεγχο των συμπτωμάτων ασθενών στους 4 έως 6 μήνες παρακολούθησης.

Παρόλα αυτά, ο ερευνητής δήλωσε ότι τα στοιχεία οδηγούν σε μήνυμα που στηρίζει την αξία της παρηγορητικής φροντίδας.

Όπως δήλωσε, στις πιθανόν πιο στρεσογόνες στιγμές της ζωής αυτών των ασθενών, παρεμβάσεις παρηγορητικής φροντίδας μπόρεσαν να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής και να μειώσουν τα συμπτώματα, μεταξύ των άλλων.

Τα αποτελέσματα δημοσιεύονται στο περιοδικό Journal of the American Medical Association.

 

Πηγές: Journal of the American Medical Association.