Επιζώντες από παιδικό καρκίνο που υποβλήθηκαν σε χημειοθεραπεία ενδεχομένως εμφανίζουν ορισμένα είδη προβλημάτων σκέψης και μνήμης ως νέοι ενήλικες, υποδεικνύει μικρή έρευνα.

Βέλγοι ερευνητές αξιολόγησαν 31 νέους ενήλικες που είχαν υποβληθεί σε χημειοθεραπεία. Η μέση ηλικία τους ήταν λίγο πάνω από 6 ετών όταν υποβλήθηκαν στην αγωγή. Οι ερευνητές τους συνέκριναν με ομάδα ελέγχου νέων ενηλίκων που δεν είχαν υποβληθεί σε χημειοθεραπεία.

Οι 2 ομάδες είχαν παρόμοια σκορ σε τεστ μακροπρόθεσμης μνήμης και ικανότητας συγκέντρωσης. Αυτές ήταν ικανότητες που αναπτύχθηκαν πριν οι επιζώντες υποβληθούν σε χημειοθεραπεία.

Σε σύγκριση με την ομάδα ελέγχου, οι επιζώντες από τον καρκίνο είχαν πιο φτωχή νοητική ευλυγισία και βραχυπρόθεσμη μνήμη. Αυτές οι ικανότητες αναπτύσσονται αργότερα.

Οι Iris Elens, και Rudi D'Hooge, δήλωσαν ότι στους πρώην ασθενείς με καρκίνο ήταν πιο δύσκολα τα τεστ που απαιτούν τη γρήγορη εναλλαγή μεταξύ εργασιών ή το να θυμούνται νέες πληροφορίες για σύντομο διάστημα. Πιθανόν παίζει αποφασιστικό ρόλο το αναπτυξιακό στάδιο του εγκεφάλου στην έναρξη της χημειοθεραπείας.

Μετρήθηκαν επίσης τα επίπεδα της πρωτεΐνης p-Tau στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό. Η πρωτεΐνη είναι μέρος της εσωτερικής δομής των νευρώνων.

Οι ερευνητές συνέλλεξαν δείγματα υγρού κατά την αγωγή. Ανέλυσαν τα επίπεδα p-Tau για να μετρήσουν τη βλάβη στους νευρώνες. Ανακάλυψαν ότι υψηλές συγκεντρώσεις της πρωτεΐνης προέβλεπαν νοητικά προβλήματα σε κατοπινή ηλικία.

Η Elens δήλωσε ότι αν μετρήσουμε συστηματικά αυτά τα επίπεδα των p-Tau, στο μέλλον μπορούμε να προσφέρουμε συγκεκριμένη βοήθεια στα παιδιά. Με έγκαιρη καθοδήγηση που θα στοχεύει στις πιο σχετικές λειτουργίες μπορούμε να εμποδίσουμε προβλήματα που αλλιώς θα εμφανίζονταν 10-15 χρόνια μετά την αγωγή.

Η έρευνα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Journal of the National Cancer Institute.

Πηγές: Journal of the National Cancer Institute.