Η αφή παραμένει η πιο αινιγματική αίσθηση για τους ερευνητές.

Τα κύτταρα και τα μόρια πίσω από τις αισθήσεις της όρασης, της ακοής, της όσφρησης και της γεύσης είναι γνωστά για τουλάχιστον 50 χρόνια, αλλά μόλις τώρα αρχίζει να ανακαλύπτεται ο κύριος μηχανισμός που χρησιμοποιούν τα θηλαστικά για τον εντοπισμό του αγγίγματος.

Η Ellen Lumpkin, του Columbia University Vagelos College of Physicians and Surgeons, δήλωσε ότι η κατανόηση της αφής ακολουθεί αργά βήματα, επειδή το δέρμα διατρέχεται από μεγάλη ποικιλία νεύρων που είναι εκεί για να προκαλούν διάφορες αισθήσεις.

Τώρα νέες τεχνικές που μας αφήνουν να δούμε ατομικά χαρακτηριστικά και ενεργοποιούν και απενεργοποιούν κύτταρα, επιταχύνουν την πρόοδο. Αυτές οι τεχνικές δείχνουν πως ποικιλία δερματικών κυττάρων εμπλέκεται στην αφή και αποκαλύπτουν προηγουμένως άγνωστους μηχανικούς υποδοχείς.

Το αισθητηριακό σύστημα του δέρματος είναι μοναδικό, στο ότι επιτρέπει διάφορες αισθήσεις, όπως πόνο, ζέστη, δονήσεις, ελαφριά πίεση και απαλό άγγιγμα.

Ερευνητές βοήθησαν να ανακαλυφθούν τα κύτταρα και τα μόρια που εντοπίζουν το απαλό άγγιγμα και στέλνουν αυτά τα σήματα στον εγκέφαλο.

Πριν 4 χρόνια, ανακάλυψαν ότι τα δερματικά κύτταρα Merkel που συγκεντρώνονται στα δάχτυλα και στα χείλια είναι υποδοχείς για το απαλό άγγιγμα.

Τα κύτταρα Merkel είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τις λεπτές κινητικές ικανότητες. Μας βοηθούν να εντοπίζουμε τις άκρες και την υφή των αντικειμένων, καθώς και το απαλό χάδι ή την ελαφριά πίεση ενός χεριού. Χωρίς αυτά, το να κουμπώσουμε ένα πουκάμισο, να χρησιμοποιούμε το πιρούνι ή να γράψουμε ένα email θα ήταν δύσκολο.

Τα συγκεκριμένα κύτταρα μπορεί επίσης ενδεχομένως να συμβάλλουν στη νοητική ανάπτυξη. Μωρά με έλλειψη αγγίγματος, ανακάλυψαν άλλοι ερευνητές, εμφανίζουν νοητικές ελλείψεις που μπορούν να παραμείνουν και στην ενήλικο ζωή.

Δυσλειτουργία  στα συγκεκριμένα κύτταρα μπορεί ενδεχομένως να προκαλέσει πόνο από απαλό άγγιγμα και να συμβάλλει σε κνησμό.

Ο αριθμός αυτών των κυττάρων μειώνεται με την ηλικία- κάτι που μπορεί να εξηγεί τη μείωση της ευαισθησίας στο άγγιγμα.

Αν και η νέα έρευνα καθόρισε τα κύτταρα Merkel ως κύτταρα αφής, η αίσθηση απαλού αγγίγματος δεν εκλαμβάνεται μέχρι να λάβει το μήνυμα ο εγκέφαλος.

Καθώς τα κύτταρα Merkel είναι δερματικά κύτταρα και όχι νευρώνες, δεν ήταν σαφές πώς μπορούσαν να επικοινωνούν με το νευρικό σύστημα.

Με κύτταρα Merkel σε ποντικούς, η ερευνήτρια και ο Benjamin Hoffman ανακάλυψαν ότι τα κύτταρα στέλνουν μηνύματα αφής σε γειτονικούς νευρώνες με έναν ''ασυνήθιστο'' νευροδιαβιβαστή, τη νορεπινεφρίνη.

''Λανθασμένα'' φθορίζοντες νευροδιαβιβαστές βοήθησαν τους ερευνητές να δουν τα κύτταρα Merkel εν δράσει  και να εστιάσουν στην νορεπινεφρίνη.

Όταν είδαν τα κύτταρα να λαμβάνουν τους φθορίζοντες νευροδιαβιβαστές, και απελευθερώνοντάς τους όταν αγγίχτηκαν, ήξεραν οι ερευνητές ότι τα κύτταρα έστελναν σημάδια αφής με έναν από 3 νευροδιαβιβαστές.

Όταν τους εξέτασαν έναν προς έναν, μόνο η νορεπινεφρίνη ενεργοποιούσε τους νευρώνες.

Έχοντας εντοπίσει τη νορεπινεφρίνη, οι ερευνητές εστίασαν στους νευρώνες που λαμβάνουν τους νευροδιαβιβαστές. Ανακάλυψαν ότι οι νευρώνες λαμβάνουν τους νευροδιαβιβαστές με βήτα -αδρενεργικούς υποδοχείς, που οδηγούν τους νευρώνες να στέλνουν ηλεκτρικά σήματα στον εγκέφαλο.

Τα ευρήματα μπορεί να εξηγήσουν γιατί άνθρωποι που λαμβάνουν βήτα αναστολείς εμφανίζουν μούδιασμα.

Επίσης υποδεικνύουν ότι ενδεχομένως θα μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον πόνο και τον κνησμό με λοσιόν που θα περιέχει βήτα αναστολείς ή να αντιμετωπίσουμε την απώλεια της ευαισθησίας στο άγγιγμα με φάρμακα που διεγείρουν τους υποδοχείς.

Η ερευνήτρια, πρόσθεσε ότι τελικά, έρευνες σαν αυτή έχουν τη δύναμη να μας οδηγήσουν σε νέες θεραπείες που αποκαθιστούν την ευαισθησία της αφής η οποία χάνεται μετά από τραυματισμό ή από τη γήρανση, σταματούν τον πόνο που προκύπτει όταν το άγγιγμα ξεφεύγει, και προσφέρουν καλύτερη κατανόηση των σχέσεων μεταξύ αγγίγματος και νοητικής και συναισθηματικής κατάστασης.