Του ανταποκριτή μας, Βασίλη Ιγνατιάδη

Τις τελευταίες εβδομάδες τα νοσοκομεία της Θεσσαλονίκης εξέρχονται από μια εφιαλτική περίοδο, με ασφυκτική πίεση στις ΜΕΘ και στις μονάδες COVID. Η είσοδος σε μια πορεία σταδιακής επιστροφής σε κάποιας μορφής κανονικότητα συνοδεύεται μοιραία και με τον βαρύ απολογισμό όσων άφησε πίσω της η περίοδος καλπασμού της πανδημίας.
Στο νοσοκομείο "Γ. Παπανικολάου", 70 άνθρωποι έφυγαν από τη ζωή στις ΜΕΘ και άλλοι 229 στις κλινικές COVID. Η θνητότητα ήταν, αντίστοιχα, 38% - 40% στις ΜΕΘ και 12% - 13% έξω από αυτές. Παρόλο που τα μεγέθη δεν μπορεί να είναι συγκρίσιμα μεταξύ τους, λόγω διαφορετικής βαρύτητας νόσησης, έχει τη δική του σημασία ότι από τους 229 που κατέληξαν εκτός ΜΕΘ οι 50 έφυγαν από τη ζωή μέσα στο πρώτο 24ωρο από την εισαγωγή τους.

"Πρέπει να δει κάποιος ξεχωριστά τον φάκελο του κάθε ασθενούς, προκειμένου να εξάγει ασφαλή συμπεράσματα, αλλά η συνολική εικόνα οδηγεί στο συμπέρασμα πως το σύστημα κάποια στιγμή κλάταρε. Ήταν τόσο τρομακτική η σφοδρότητα του δεύτερου κύματος που οι ανάγκες νοσηλείας υπερέβησαν τις δυνατότητες του συστήματος να τις εξυπηρετήσει", λέει στο iatronet o διευθυντής της Β' ΜΕΘ του Παπανικολάου, Νικόλαος Καπραβέλος και προσθέτει:

"Αν δεν το δουν αυτό κατάματα οι πάντες, δεν θα μπορέσουμε να το διορθώσουμε. Δεν είναι ευθύνη ενός κόμματος και μιας κυβέρνησης. Οφείλεται σε διαχρονικά προβλήματα του συστήματος Υγείας που συσωρεύτηκαν. Ήταν αδύνατο σε οποιονδήποτε να ανταποκριθεί σε αυτές τις συνθήκες". Ο ίδιος έχει καταθέσει και στον εισαγγελέα, στο πλαίσιο της έρευνας που προκάλεσε δική του δήλωση, το Νοέμβριο, ότι έχουν χαθεί και χάνονται ζωές που θα μπορούσαν να σωθούν.

Μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα

Σήμερα, οι κλίνες ΜΕΘ του νοσοκομείου έχουν μειωθεί από 44 σε 31 και έχουν διατεθεί 12 κλίνες για νοσηλεία ασθενών με άλλες σοβαρές παθήσεις, εκτός COVID. Η κατάσταση είναι ελεγχόμενη, αλλά ο κίνδυνος ενός τρίτου κύματος παραμονεύει. Έχοντας βιώσει τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης διασποράς του Νοεμβρίου, ο κ. Καπραβέλος δεν παύει να χτυπάει καμπανάκι, βλέποντας να μέτρα να χαλαρώνουν και τις δραστηριότητες να ανοίγουν σταδιακά.

"Είναι πανεύκολο να ξαναφτάσουμε εκεί. Βλέπω πάλι συνωστισμό και αύξηση επαφών. Φοβάμαι την σιωπηλή διασπορά, ακούω ότι τον Φεβρουάριο μπορεί να ανοίξει ξανά η εστίαση. Ξέρω τι συνέβη τον Οκτώβριο και ανησυχώ. Τότε δεν κάναμε κάτι για να προλάβουμε και δεν καταλάβαμε για πότε ξέφυγε η κατάσταση», τονίζει και προειδοποιεί πως το σύστημα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί αν υπάρξει νέο σφοδρό κύμα. "Πρέπει πάση θυσία να προλάβουμε το τρίτο κύμα. Να μην παίρνουν τα μυαλά μας αέρα. Δεν θα την προλάβουμε την έκρηξη αν ανοίξουν κι άλλα. Δεν θα το πάρουμε είδηση".

Όπως επισημαίνει ο ίδιος, παρά την αποκλιμάκωση του επιδημιολογικού φορτίου και τη μείωση της πίεσης στο σύστημα Υγείας, οι συνθήκες ευνοούν μια νέα εξάπλωση. "Είμαστε στον χειμώνα, που ο ιός μεταδίδεται πιο εύκολα. Μαζευόμαστε σε κλειστούς χώρους. Βλέπουμε πως η Ευρώπη έχει γονατίσει. Υπάρχει και ο παράγοντας του βρετανικού στελέχους, που ευτυχώς ακόμη δεν έχει εξαπλωθεί στην Ελλάδα. Στον εμβολιασμό βλέπουμε πως η διαθεσιμότητα είναι μικρή. Είναι αστείο να μιλάμε για ανοσία ως την άνοιξη, όταν τώρα είμαστε στο 1,5% της κάλυψης. Πρέπει να αντέξουμε ως τον Μάρτιο - Απρίλιο", λέει, προσθέτοντας πως η αγωνία του είναι για το πώς θα πειστούν όσοι λαμβάνουν τις αποφάσεις να ανοίξουν όσο είναι δυνατό λιγότερες δραστηριότητες.

"Αν βλέπουμε πως υπάρχει συνωστισμός στην αγορά, να βάλουμε ραντεβού στα καταστήματα. Να σταματήσει αυτό το ανεξέλεγκτο, όποιος θέλει στέλνει δέκα μηνύματα και είναι έξω όλη τα μέρα. Τα μέσα μαζικής μεταφοράς είναι γεμάτα. Εκεί υπάρχει και η ατομική ευθύνη. Πρέπει να ξέρει ο πολίτης πως μπαίνοντας σε έναν χώρο με τέτοιο συνωστισμό μπορεί να κολλήσει και μπορεί να βρεθεί στο νοσοκομείο. Όλα αυτά δεν είναι θεωρητικά. Μας τρόμαξε το δεύτερο κύμα και δεν μπορούμε να εφησυχάζουμε".