Του Δημήτρη Καραγιώργου
Ανεπάρκειες, ανισοκατανομές και ανισότητες σε υποδομές και προσωπικό, χαρακτηρίζουν τις ελληνικές υπηρεσίες Υγείας.
Αυτό προκύπτει από μελέτη των υπηρεσιών την περίοδο 1996 – 2006, την οποία πραγματοποίησε το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας του Εργαστηρίου Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Η μελέτη εκπονήθηκε από τον Επιστημονικό Υπεύθυνο του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας και αναπληρωτή καθηγητή Κοινωνικής Ιατρικής κ. Γιάννη Τούντα και ομάδα συνεργατών αποτελούμενη από την ψυχολόγο έρευνας Χριστίνα Δημητρακάκη, τον ιατρό και υποψήφιο διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Νικόλαο Οικονόμου, την ιατρό και υποψήφια διδάκτορα της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεωργία Παλληκαρώνα και τον λέκτορα του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Κυριάκο Σουλιώτη.
Η μελέτη καλύπτει όλο το φάσμα των διαθέσιμων νοσοκομειακών και πρωτοβάθμιων υπηρεσιών υγείας (ΕΣΥ, Κοινωνική Ασφάλιση, Τοπική Αυτοδιοίκηση, Ιδιωτικό Τομέα) και αποτελεί συνέχεια της αντίστοιχης μελέτης η οποία είχε εκπονηθεί το 2000 από το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας για το Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας και αφορούσε την περίοδο 1986-1996.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσαν σήμερα στη δημοσιότητα οι Γιάννης Τούντας, Νικόλαος Οικονόμου και Κυριάκος Σουλιώτης:
- Η σημερινή σύνθεση των κλινών των νοσοκομείων κατά νομική μορφή (ΝΠΔΔ 69%, Ιδιωτικά 28% και ΝΠΙΔ 3%), αντανακλά την ισχυρή παρουσία του ιδιωτικού τομέα και στον νοσοκομειακό τομέα.
- Τόσο οι κλίνες των δημόσιων νοσοκομείων όσο και αυτές των ιδιωτικών σημείωσαν κατά το διάστημα 1996-2004 μείωση (από 37.016 σε 35.808 και από 15.286 σε 14.515 αντίστοιχα), η οποία όμως 'αντισταθμίστηκε' σε μεγάλο βαθμό από τη σημαντική αύξηση των κλινών στα ΝΠΙΔ (από 284 σε 1.548).
- Η πλειοψηφία των νοσοκομείων ανήκει στις κατηγορίες με 101-300 κλίνες (29,7% των νοσοκομείων) και με 41-100 κλίνες (29,1% των νοσοκομείων). Αντίθετα, οι διεθνείς τάσεις στρέφονται σε μεγάλα γενικά νοσοκομεία και μικρότερα εξειδικευμένα νοσοκομεία.
- Σημαντικές γεωγραφικές ανισότητες παρουσιάζει η κατανομή των κλινών στην επικράτεια. Η συντριπτική πλειοψηφία των νοσοκομειακών κλινών έχουν αναπτυχθεί στην περιφέρεια της πρωτευούσης (43%) και τη Μακεδονία (23%). Η περιφέρεια της πρωτεύουσας εμφανίζει τον μεγαλύτερο δείκτη κλινών ανά 1.000 κατοίκους (6), ενώ ακολουθεί η Μακεδονία (5), με τον μέσο όρο στο σύνολο της χώρας να ανέρχεται σε 4,7 κλίνες ανά 1.000 κατοίκους. Ο δείκτης λαμβάνει τις πιο χαμηλές του τιμές στην Στερεά Ελλάδα και Εύβοια (2,6) και την Πελοπόννησο (2,9), γεγονός το οποίο οι ερευνητές απέδωσαν εν μέρει στη γειτνίαση των εν λόγω περιφερειών με την περιφέρεια της πρωτεύουσας.
- Αντίστοιχες σημαντικές γεωγραφικές ανισότητες παρουσιάζει και η κατανομή των κλινών κατά ΠεΣΥΠ το 2003.
- Η Ελλάδα βρίσκεται στο μέσο περίπου της κατάταξης των χωρών του ΟΟΣΑ (12η) με κριτήριο το δείκτη συνολικών νοσοκομειακών κλινών ανά 1.000 κατοίκους (4,7/1.000). Το χαμηλότερο δείκτη παρουσιάζει το Μεξικό (1,9) και τον υψηλότερο η Ιαπωνία (14,4). Ενδεικτικά, επίσης, αναφέρεται ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο ο δείκτης ανέρχεται σε 4,2 κλίνες ανά 1.000 κατοίκους, ενώ στη Γερμανία σε 8,9 κλίνες ανά 1.000 κατοίκους. Οι κλίνες στη χώρα μας κρίνονται επαρκείς και στο άμεσο μέλλον υπερεπαρκείς, στο βαθμό που διεθνώς παρατηρείται μία συνεχής μείωση των αναγκών για νοσηλεία, καθώς και μείωση της μέσης διάρκειας νοσηλείας.
- Η Ελλάδα το 2000 παρουσίαζε μία σχετικά χαμηλή μέση διάρκεια νοσηλείας (ΜΔΝ) 8,4 ημερών (18η από τις 26 χώρες της σχετικής κατάταξης του ΟΟΣΑ). Ενώ όμως τα μεγάλα ιδιωτικά θεραπευτήρια παρουσιάζουν ΜΔΝ 3,27 ημέρες, τα μεγάλα δημόσια νοσοκομεία έχουν υπερδιπλάσια ΜΔΝ, γεγονός που καταδεικνύει τις οργανωτικές και διοικητικές τους αδυναμίες.
- Η κάλυψη των νοσοκομειακών κλινών στο σύνολο της χώρας και σε όλα τα νοσοκομεία οξέων περιστατικών ανέρχεται σε 70%. Σημειώνεται ότι τα καρδιολογικά νοσοκομεία παρουσιάζουν απόλυτη κάλυψη κλινών (100%), ενώ, αντίθετα, τα οφθαλμολογικά μόλις 17%. Αξιοσημείωτο είναι το εύρημα αναφορικά με την κάλυψη κλινών στα Νησιά του Ιονίου η οποία ανέρχεται σε 100%, η οποία όμως συνδέεται και την περιορισμένη προσφορά. Στην πρωτεύουσα και τη Μακεδονία η κάλυψη είναι 70% και 71% αντίστοιχα, ενώ τη χαμηλότερη κάλυψη παρουσιάζουν τα νοσοκομεία της Λοιπής Στερεάς Ελλάδας και Ευβοίας (47%), περιφέρεια η οποία παρουσιάζει υψηλές διαπεριφερειακές ροές. Οι διαπιστώσεις αυτές υποδηλώνουν την ανάγκη επανασχεδιασμού και αναδιάρθρωσης των νοσοκομειακών υπηρεσιών της χώρας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία ενός νοσοκομείου προϋποθέτει ποσοστά ετήσιας κάλυψης της τάξης του 80%.
- Όσον αφορά στην 'υγειονομική αυτοδυναμία' των περιφερειών της χώρας, οι περιφέρειες της πρωτεύουσας, της Μακεδονίας και της Ηπείρου παρουσιάζουν σταθερά τα τελευταία χρόνια μια δυνατότητα συγκράτησης των ασθενών εντός των ορίων τους, ενώ, αντίθετα, οι περιφέρειες της Λοιπής Στερεάς και Ευβοίας, της Πελοποννήσου και των Νήσων Αιγαίου, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις υπηρεσίες άλλων περιφερειών.
- Στο ανθρώπινο δυναμικό, η χώρα μας εξακολουθεί να εμφανίζει έναν δείκτη ιατρών ανά 1.000 κατοίκους ο οποίος υπερβαίνει σε μεγάλο βαθμό τον αντίστοιχο των νοσηλευτών (3,8 έναντι 2). Στον νοσοκομειακό τομέα η σχέση γιατρών ανά κλίνη είναι περίπου 1/2 και νοσηλευτών ανά κλίνη περίπου 1/1. Ο δείκτης επάρκειας ιατρών στα νοσοκομεία κρίνεται επαρκής, ενώ στο νοσηλευτικό προσωπικό ανεπαρκής.
- Σε ό,τι αφορά το ΕΣΥ, τόσο η κατανομή των ιατρών όσο και των νοσηλευτών παρουσιάζουν μεγάλη ανισοκατανομή ανά υγειονομική περιφέρεια.
- Σε σχέση με την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, η μελέτη αναδεικνύει τη συνθετότητα του πλέγματος διανομής των φροντίδων το οποίο αποτελούν οι υπηρεσίες του ΕΣΥ, της Κοινωνικής Ασφάλισης, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του Ιδιωτικού Τομέα.
- Στην έκθεση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι το 75% των ερωτώμενων στην πρόσφατη έρευνα Hellas Health I προσφεύγει αθροιστικά σε ιδιώτες ιατρούς συμβεβλημένους (26%) η μη με τα ταμεία τους (25,6%) και σε ιατρεία ασφαλιστικών ταμείων (24,5%) για την παροχή πρωτοβάθμιας περίθαλψης, γεγονός που υποδηλώνει τον κυρίαρχο ρόλο του ιδιωτικού τομέα στην ΠΦΥ παρά την ύπαρξη του ΕΣΥ, ακόμα και στις αγροτικές περιοχές όπου μόνο το 20% των κατοίκων προσφεύγει στα Κέντρα Υγείας και τα Περιφερειακά Ιατρεία.
- Η ανώτερη κοινωνική τάξη προσφεύγει συχνότερα σε μη συμβεβλημένους ιδιώτες γιατρούς, ωστόσο, ακόμα και στην κατώτερη κοινωνική τάξη οι μη συμβεβλημένοι ιδιώτες γιατροί αποτελούν την πρώτη επιλογή (22,7%).
- Επιπλέον, 3 περίπου στους 10 Έλληνες δήλωσαν πως είχαν κάποια επαφή με επαγγελματία υγείας τον περασμένο μήνα. Μεγαλύτερο ποσοστό επαφών εμφανίζουν οι γυναίκες (33% έναντι 25,5% για τους άνδρες), οι κάτοικοι αστικών περιοχών (31,1% έναντι 25,1% των αγροτικών), και οι ηλικιωμένοι. Η κοινωνική τάξη επιδρά στα ποσοστά επαφών με επαγγελματίες υγείας κατ’ έτος, με την ανώτερη τάξη να εμφανίζει ποσοστό 78,9% και την κατώτερη 64,3%.
- Ο προληπτικός έλεγχος (30,3%), η οξεία ενόχληση (24,6%) και η χρόνια ασθένεια (18,5%) αποτελούν τις κύριες αιτίες επαφής με επαγγελματίες υγείας. Στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, ο προληπτικός έλεγχος ως αιτία επαφής υπερβαίνει το 50%.
- Σε ό,τι αφορά την οδοντιατρική περίθαλψη μόνο 1 στους 2 έλληνες έχει επισκεφθεί τον οδοντίατρο το τελευταίο χρόνο.
- Το 20% των ιατρών των Κέντρων Υγείας του ΕΣΥ είναι γενικοί ιατροί, το 21,9% παθολόγοι και το 17,3% οδοντίατροι. Η συντριπτική πλειοψηφία του μη ιατρικού προσωπικού είναι νοσηλευτές (55%) και ακολουθούν οι μαιευτείς (14%).
- Η στελέχωση των ΚΥ είναι ελλιπής. Η μέση κάλυψη των συστημένων θέσεων ιατρικού προσωπικού δεν ξεπερνά το 47% και για το υπόλοιπο προσωπικό το 54%. Οι μεγαλύτερες ελλείψεις με βάση τις προβλεπόμενες θέσεις αφορούν σε κοινωνικούς λειτουργούς, επισκέπτες υγείας και φυσιοθεραπευτές.
- Ανισότητες διαπιστώνονται και όσον αφορά την κάλυψη των θέσεων ιατρικού προσωπικού των Κέντρων Υγείας του ΕΣΥ όπου στην Αττική και την Κεντρική Μακεδονία το σχετικό ποσοστό αγγίζει το 74% και 71% αντίστοιχα, τη στιγμή που στην Πελοπόννησο και τα Ιόνια Νησιά δεν υπερβαίνει το 31%.
- Ανισότητες, αλλά με διαφορετική κατανομή, παρατηρούνται και στην κάλυψη των συστημένων θέσεων λοιπού προσωπικού.
- Μεγάλο τμήμα της ζήτησης για υπηρεσίες ΠΦΥ καλύπτουν οι δομές του ΙΚΑ, οι οποίες περιλαμβάνουν ένα σημαντικό φάσμα παροχών, στις οποίες απασχολούνται 8.077 ιατροί, ενώ ισχυρή παρουσία έχει και ο ιδιωτικός τομέας υγείας ο οποίος περιλαμβάνει 25.000 ιατρούς, 12.000 οδοντιάτρους και περισσότερα από 400 διαγνωστικά κέντρα.
Οι ερευνητές, τέλος, τονίζουν ότι παρά την απουσία συστηματικής έρευνας γύρω από τις υπηρεσίες υγείας (επάρκεια, χρηματοδότηση, ποιότητα παρεχομένων υπηρεσιών, αποδοτική χρήση των πόρων) είναι φανερή, σύμφωνα και με τις διαπιστώσεις της παρούσας μελέτης, η ύπαρξη φαινομένων όπως το 'παράδοξο' χρηματοδοτικό πλαίσιο, η αποσπασματική και αλληλοεπικαλυπτόμενη παροχή υπηρεσιών, ιδίως στην ΠΦΥ, οι ελλείψεις σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικοτεχνική υποδομή, η ανεπαρκής διοικητική υποστήριξη των δημόσιων υπηρεσιών, η αδυναμία μηχανογράφησης του συστήματος και, τελικά, η διαμόρφωση ενός 'υγειονομικού τοπίου' το οποίο παράγει αφ’ ενός εκτεταμένες ανεπάρκειες, ανισοκατανομές και ανισότητες και αφ’ ετέρου έντονη δυσαρέσκεια τόσο στους λειτουργούς του όσο και στους χρήστες των υπηρεσιών.
Για όλους αυτούς τους λόγους κρίνεται αναγκαία η χάραξη μίας εθνικής πολιτικής υγείας που θα οδηγήσει σε συνολικό επανασχεδιασμό και αναδιάρθρωση των υπηρεσιών Υγείας στη χώρα μας
Επιπλέον Πληροφορίες
Προσθέστε το iatronet.gr στο DiscoverΕιδήσεις υγείας σήμερα
Διαλογισμός: Πώς να ξεκινήσω;
Το κεντρί της μέλισσας μπορεί να ενισχύσει κοινό φάρμακο κατά του Πάρκινσον
Σύνδρομο Skeeter και κουνούπια