Χαρακτηριστικά βαρβαρότητας έχει λάβει η οικονομική κρίση διαρκείας που μαστίζει την Ελλάδα.

Εκτός από τη μείωση του εισοδήματος, οι άνθρωποι βιώνουν σημαντικά προβλήματα αντιμετώπισης προβλημάτων υγείας και οδηγούνται σε απόγνωση την ώρα της ανάγκης.

Ένας στους δέκα Έλληνες πολίτες εμφανίζει ακάλυπτες ανάγκες περίθαλψης, όπως προκύπτει από την πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Η έκθεση παρουσιάζεται συνοπτικά και στην ελληνική γλώσσα σε κείμενο που παρατίθεται πιο κάτω. Από τη λεπτομερή ανάγνωση των στοιχείων (2016), προκύπτει το εξής εξόχως ανησυχητικό συμπέρασμα:

  • Το 10% των Ελλήνων πολιτών έχουν ακάλυπτες ανάγκες υγείας. Το ποσοστό φτάνει σε επίπεδα – ρεκόρ στα φτωχά στρώματα (18,6%) και αποτελεί μία από τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη.
  • Οι πιο εύποροι Έλληνες είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση, με το ποσοστό των ακάλυπτων αναγκών να βρίσκεται κοντά στο αντίστοιχο ευρωπαϊκό (3%).
  • Ενδεικτικό της απόλυτης ανεπάρκειας του ελληνικού συστήματος Υγείας, είναι πως το 34,3% των πολιτών πληρώνουν από την τσέπη τους για περίθαλψη, όταν το μέσο ευρωπαϊκό ποσοστό είναι στο 18,2%.

Παρόμοιες επισημάνσεις είχαν γίνει και στις αρχές του χρόνου από τη Eurostat. Ο πίνακας που ακολουθεί δίνει μία γενική εικόνα για τις ακάλυπτες ανάγκες στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Διαφορές

Οι αρνητικές επιδόσεις, καθιστούν τη χώρα μας “μαύρη τρύπα” στον τομέα παροχής υπηρεσιών Υγείας. Οι ιδιωτικές πληρωμές ήταν πάντα υψηλές στην Ελλάδα, αλλά πριν από την κρίση τα νοικοκυριά μπορούσαν να αντεπεξέλθουν καλύτερα σε μία δοκιμασία μέλους τους.

Η πολυτέλεια πληρωμών έχει σχεδόν μηδενιστεί, με αποτέλεσμα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού να μην έχει πρόσβαση σε μία σειρά από υπηρεσίες.

Ενδεικτική της ανισότητας είναι η παρακάτω σύγκριση μεταξύ της Ελλάδας και ευρωπαϊκών χωρών στα ποσοστά του πληθυσμού που έχουν ακάλυπτες ανάγκες περίθαλψης:

  • Ελλάδα: 10%.
  • Εσθονία: 15,3%.
  • Ρουμανία: 6,5%.
  • Ιταλία: 5,5%.
  • Βουλγαρία: 2,8%.
  • Ευρωπαϊκή Ένωση (μέσος όρος): 2,5%.
  • Πορτογαλία: 2,4%.
  • Γαλλία: 1,3%.
  • Κύπρος: 0,6%.
  • Ισπανία: 0,5%.
  • Γερμανία: 0,3%.

Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτει πως η κατάσταση βρίσκεται εκτός ελέγχου, με την Ελλάδα να απέχει δραματικά από τις ευρωπαϊκές χώρες.

Φτωχοί

Σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, το ποσοστό μη καλυπτόμενων αναγκών υγειονομικής περίθαλψης είναι γενικά χαμηλό στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα νοικοκυριά με χαμηλό εισόδημα, ωστόσο, έχουν πενταπλάσιες πιθανότητες να αντιμετωπίσουν μη καλυπτόμενες ανάγκες σε σύγκριση με τα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος.

Οι μη καλυπτόμενες ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης αποτελούν σημαντικό δείκτη μέτρησης της προσβασιμότητας. Εκτός από οικονομικά προσιτές, οι υπηρεσίες Υγείας πρέπει να είναι προσβάσιμες όταν και όπου τις χρειάζονται οι άνθρωποι.

Οι μεγάλες περίοδοι αναμονής για επιλεκτικές χειρουργικές επεμβάσεις αποτελούν σημαντικό ζήτημα πολιτικής σε πολλές χώρες, καθώς παρεμποδίζει την έγκαιρη πρόσβαση σε περίθαλψη.

Σε αρκετές περιπτώσεις, οι χρόνοι αναμονής έχουν επιδεινωθεί τα τελευταία έτη, καθώς η ζήτηση για χειρουργικές επεμβάσεις αυξάνεται με ταχύτερους ρυθμούς απ’ ό,τι η προσφορά.

Εκτιμάται πως η γήρανση του πληθυσμού σημαίνει πως οι ανάγκες υγειονομικής περίθαλψης θα αυξηθούν στο μέλλον, ενώ θα υπάρξει αυξημένη ζήτηση για μακροχρόνια φροντίδα.

Απώλειες

Στοιχεία από διάφορες χώρες υποδεικνύουν ότι έως και το ένα πέμπτο των δαπανών Υγείας είναι περιττές και θα μπορούσαν να ανακατανεμηθούν για καλύτερη αξιοποίηση.

Περιττές δαπάνες προκύπτουν όταν οι ασθενείς υποβάλλονται σε άσκοπες εξετάσεις ή θεραπείες ή όταν η περίθαλψη θα μπορούσε να είχε παρασχεθεί με λιγότερους πόρους και με χαμηλότερο κόστος.

Η μείωση των περιττών δαπανών όχι μόνο συμβάλλει στην ανθεκτικότητα των συστημάτων Υγείας, αλλά συντελεί επίσης στην επίτευξη και τη διατήρηση της καθολικής πρόσβασης σε αποτελεσματική περίθαλψη.

Όσον αφορά τα νοσοκομεία, πολλές εισαγωγές ασθενών θα μπορούσαν να αποφευχθούν με καλύτερη διαχείριση των χρόνιων παθήσεων σε επίπεδο τοπικής κοινότητας.

Οι εισαγωγές που θα μπορούσαν δυνητικά να αποφευχθούν για παθήσεις όπως το άσθμα και ο διαβήτης αντιστοιχούν σε περισσότερες από 37 εκατομμύρια ημέρες νοσηλείας ετησίως σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Επιπλέον Πληροφορίες